Πίσω < ΙΝ Αγίου Νικολάου
Ι. Ν. Αγίου Νικολάου
Μέχρι και τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο (1940), η επαρχιώτικη καθημερινότητα μας κυλούσε με εφησυχαστική γαλήνη, που βέβαια επιζητούσε και απολάμβανε κάθε παραλλαγή της ομοιομορφίας της. Μια τέτοια, προσφιλέστατη δε “παραλλαγή”, μια χαρούμενη, ευπρόσδεκτη “αναστάτωση” ήταν και τα Πανηγύρια, ο ετήσιος εορτασμός της Μνήμης Ιερού Συμβάντος (Ευαγγελισμός ή Εισόδια της Θεοτόκου , Μεταμόρφωσις του Σωτήρος κ.λ.π.) ή Αγίου ( Σπυρίδωνος, Χαραλάμπους κ.λ.π.), με φερώνυμο Ναό στην Πόλι μας κι όχι μόνο.
Φυσικά η “αναστάτωση“ αφωρούσε κυρίως την ενορία του εορτάζοντος Ναού, που φιλοδοξούσε, να προσδώση στη Γιορτή την κατά το δυνατόν περισσότερη λαμπρότητα, ώστε να κατακτηθή “πρωτιά’’ στο σχετικό, υποχθόνιο (καμμιά φορά, όχι και απόλυτα ιεροπρεπή) ανταγωνισμό μεταξύ των Ενοριών. Μέρες πριν ο εφημέριος, οι επίτροποι, κι οι περισσότεροι φιλακόλουθοι ενορίτες μπαίνανε σε έγνοια. Προγραμματίζανε τις απαιτούμενες ενασχολήσεις, κατανέμανε τις αρμοδιότητες, τα διακονήματα και με εντεινόμενη, όσο πλησίαζε η μεγάλη Μέρα ζέσι, ρίχνονταν στη δουλειά.
Οι ενορίτισσες αποδεικνύανε την ευλάβειά τους επιμελούμενες την καθαριότητα στο Ναό. Σφογγάρισμα το πλακόστρωτο δάπεδο. Γυάλισμα αστραφτερό (με λεμόνι και στάχτη) τα μπρούτζινα μανάλια και κηροπήγια, οι ασημένιοι πολυέλαιοι, τασημένια καντήλια και το θυμιατό, αλλά και τα δικηροτρίκηρα, αν ήταν να χοροστατήση ο Μητροπολίτης. Πλύσιμο (με αλισίβα) και σιδέρωμα τα ιερά καλύμματα, το καταπέτασμα της Ωραίας Πύλης και τα κολτρίνια, που το καλοκαίρι φιλτράριζαν το ηλιοφώς.
Ο “αντρικός πληθυσμός’’ της Ενορίας κουβαλούσε από την πλησιόχωρη εξοχή δεμάτια ολόδροσες δάφνες και μυρτιές για να στεφανώσουν με τη βαθυπράσινη, στιλπνή ομορφιά τους τα πορτοπαράθυρα, να σκορπιστούν μοσχοβολιές μέσα στην εκκλησία και στους γύρω δρόμους. Στολισμένους πολύχρωμες σημαιούλες, χαρτοκοπτική, παραδοσιακή δεξιοτεχνία των ίδιων ενοριτισσών, που μέχρι “να περάση με το καλό το Πανηγύρι’’ παρακολουθούσαν μαγωνία τις καιρικές μεταβολές, αφού αέρας και βροχή αποτελούσαν μεγάλη απειλή για τα σημαιάκια. Κάποιες αναπόφευκτες επιλογές μεταξύ εύθικτων ενδιαφερομένων που περιστοιχίζονταν μάλιστα από φανατικούς υποστηρικτές προκαλούσαν προβλήματα που αντιμετωπίζονταν με δεξιοτεχνία ανάλογη προς την …πολυπλοκότητα και σοβαρότητά τους. Θα χοροστατήση “ο παπά-Ρόλος’’ ή “ο παπά-Ματαράγγας’’. Θα ψάλει “ο μπαρμπα-θοδωρής’’ ή “o κυρ-Ηλίας’’.
Γνωστός, ως “παπά-Ρόλος’’ ήταν ο εφημέριος του Ι.Ν. της Ευαγγελίστριας π. Ιωαννίκιος Σβωρόνος, μουσικός ασυναγώνιστος, κυριολεκτικώς καλλικέλαδος, με αλάθητο μουσικό ένστικτο. Καλλίφωνος κι ο ιεροδιδάσκαλος π. Νικόλαος Ματαράγγας (Βαρύτονος τενόρος! Αναρριχόταν μέχρι το “μαγικό’’ ντό, πάνω άπ΄ το πεντάγραμμο μ’όλους τους αρμονικούς του!), ευπαίδευτος … ευφυολόγος εφημέριος του Ι.Ν. των Αγίων Αναργύρων. ”Μπαρμπα-Θοδωρής’’, μουσικολογιώτατος Θοδωρής Θεμελής, που με μικρή δόσι υπερβολής θα μπορούσε να χαρακτηρισθή, ακόμη και σοφός δάσκαλος και ακριβέστατος εκτελεστής της βυζαντινής υμνωδίας. ”Κυρ-Ηλίας’’, ο Ηλίας Γουριώτης, άλλη αυτός ανεπανάληπτη μουσική προσωπικότητα, με σύμπτωσι σπάνιας φωνής και μουσικής ευαισθησίας γοητευτικός ερμηνευτής των πολυφωνικών συνθέσεων του Σακελλαρίδη. Ο καθένας από τους δυό “ήρχε Χορού’’ αφωσιωμένων και αντάξιων μαθητών.
Άλλες, διπλωματικές κρίσιμες επιλογές:
Των ευσταλών ενοριτών, που θα τεμαχίζανε και (το δυσκολώτερο!!) θα διανέμανε στο διαγκωνιζόμενο Εκκλησίασμα την Αρτοκλασία. Και τα τα Σπερνά… Των νοικοκυραίων, που θα πεεριήγον στον ασφυκτικά κοσμοβριθή σολέα τους δίσκους της Λογίας… Κι ακόμη εκείνων των βλασυρών Θεοφοβούμενων, που θα κόπιαζαν να περιφρουρήσουν την ευταξία στο στίφος των ανήλικων πανηγυριστών (μετερχόμενοι, στην ανάγκη, και αυτονόητες για θα ήθη της εποχής, ήπιες σωματικές ποινές), τη φίμωσι του πρόσχαρου θροΐσματος της γυναικείας, “υπηχούσης’’ ευφράδειας (σπανίως και με αγανακτισμένο, ανάρμοστο “πρόσταγμα’’) και την κατασίγασι του υφέρποντος, σε χαμηλού (ως προς κλίμακα και έντασι) τόνους ανδρικού “σχολιασμού’’.
Απολύτως ευχερής ήταν η κατανομή των…”αντικανονικών’’(!), χωρίς δηλαδή χειροθεσία, κατά κυριολεξίαν εφήμερων διακονημάτων, που η αυστηρή (ανεχόμενη πάντως εισηγήσεις επιτρόπων και νεωκόρου) οξυδέρκεια του ιερέα κατένεμε μεταξύ των γαβριάδων της Ενορίας, που διατελούσαν σε χαριτωμένη αδημονία, μέχρι να νακοινωθούν τα ονόματα των “τυχερών’’, των επιλεγέντων. Δυστυχώς, βλέπετε, τα κατανεμητέα…”οφφίκια’’ ήταν πάντα απελπιστικά λιγώτερα από τους ζωηρότατα ενδιαφερόμενους μικρούς. Λαμπαδάριοι-κηροφόροι 2-3, το πολύ 5. Για το θυμιατό,1. Για το ασυγκρίτως ελκυστικώτερο διακόνημα του κωδωνοκρούστη 2-4 θέσεις, αν οι καμπάνες ήταν δύο και 3-6, αν ήταν τρείς, ανάλογα και με το αν τά…’’συνεργεία’’ θάταν ένα ή δύο.
Κωδωνοκρούστης: Ονειροπόλημα ολοχρονικής για τον παιδόκοσμο! Διαρκούσε τρείς ολόκληρες μέρες. Η πρώτη ’’καμπανιά’’ ακούονταν την Προπαραμονή της Γιορτής κι η τελευταία, κατά την Απόλυση του Εσπερινού της Αποδόσεως. Κατά την Προπαραμονή, η “κρούσις των κωδώνων’’ γινότανε κατά αραιά διαστήματα κι είχε μικρή, την κάθε φορά διάρκεια. Πολύ συχνότερη ήτανε την Παραμονή, που σταματούσε, μισή, περίπου ώρα πρίν τον Εσπερινό, για να επαναληφθή, λίγο πρίν την έναρξί του, ώστε να ειδοποιηθούν οι πιστοί και προσέλθουν στο Ναό. Πρόσχαρη και παρατεταμένη ήταν, όταν σηματοδοτούσε την απόλυσι του Εσπερινού. Ανάλογα και τα “δρώμενα’’ στο καμπαναρίο την ημέρα της Γιορτής, με κεντρικό καθήκον την σηματοδότησι Όρθρου, Λειτουργίας, Εσπερινού, Απολύσεως.
Επίζηλο, περισσότερο από επίζηλο το “διακόνημα’’ του κωδωνοκρούστη για το συμπαθέστατο, πανέξυπνο, αεικίνητο (φυσικά…και λιπόσαρκο!) “ξυπόλητο τάγμα’’ της Ενορίας. Οι επιλεγέντες αισθάνονταν με το δίκηο τους, ότι για τρείς ολόκληρες μέρες θα αναγνωρίζονταν στις ζωηρές συζητήσεις των ομηλίκων τους η αυθεντεία τους. Απερίφραστα από τους καλόκαρδους, με πικρόχολα, (αλλά πόσο ακίνδυνα σχόλια) από τους άδολους “φθονερους’’. Ακόμη, θα είχαν προνομιακή συμμετοχή στον Άρτο και τα Σπερνά. Κατά τα μεσοδιαστήματα, που σιγούσαν οι καμπάνες, θα ήταν ανεκτοί, ως εθελοντές βοηθοί στην τήρησι της ευταξίας, υπό προϋποθέσεις και στο Ψαλτικό. Μέχρις και η γονεϊκή πειθαρχική εξουσία ασκούνταν κάπως χαλαρώτερη, κατά το 3ήμερο!
Όμως οι μεγάλες χαρές ξεπηδούσαν από αυτό το ίδιο το “αντικανονικό διακόνημα’’. Η ηχητική αφθονία, το μεθύσι του έντονου ήχου απελευθέρωνε όλη την πρόσχαρη διάθεσι της χαριτωμένης ηλικίας… Αν η “κρούσις των κωδώνων’’ γινότανε από τα χαμηλά, (με το μακρύ σχοινί, που ξεκινούσε από το γλωσσίδι της καμπάνας κι έφτανε στο έδαφος) κάθε που η άγρυπνη εποπτεία ιερέως και νεωκόρου αναστελλόντανε, ο ανάλαφρος καμπανοκρούστης έζωνε στη μεσούλα του το σχοινί κι έκανε αιώρα στο ρυθμό της “κρούσης’’… Κι αν η “κρούσις’’ γινότανε από το ύψος του καμπαναριού, ”πετώντας’’ (όμοιος γάτας ή και σπουργίτι!) ο πιτσιρικάς χαιρότανε την ακώλυτη, πάνω από τις στέγες με τα βυζαντινά, καστανοκίτρινα κεραμίδια, τη γοητευτική άπλα μέχρι την λιμνοθάλασσα, το απέραντο Ιόνιο και τα ηπειρωτικά βουνά, μέχρι τον δίαυλο και την οροσειρά του ξηρομέρου. Κι ακόμη, την εκστατική παρατήρησί του “σε άλλες ώρες’’ συμπαίκτες που καθηλωμένοι στη βάσι του καμπαναριού, με τα προσωπάκια αναστραμμένα προς τον ουρανό, αναλογίζονταν πόσο θα ήθελαν κι αυτοί να βρίσκονταν “στα υψώματα’’.
Όλου του Ενιαύσιου Κύκλου τα Πανηγύρια είχαν την ομορφιά και την χάρι τους, μας ήταν αγαπητά. Όμως τα χειμωνιάτικα μας ασκούσαν ιδιαίτερη γοητεία, καθώς τα χρόνια εκείνα ο χειμώνας ήταν πάντα “βαρύς κι ασήκωτος’’ και το Σαρανταήμερο, ταυτισμένο μαζύ του, έμοιαζε δρόμος ”μακρύς κι ατέλειωτος’’. Βροχή. Πάλι βροχή. Μούλιαζε ανεξιλέωτη την κοινωνική μας ζωή. Κι όταν η βροχή αποκαμωμένη λούφαζε, ωρμούσε άγριος ο παγωμένος γραίος απ το χιονισμένο Ζάλογγο, ξετρέλλαινε τη Γύρα και ταρακουνούσε τα κατάκλειστα πορτοπαράθυρά μας, κάνοντας κέφι την παγωνιά (“κατ άμφω’’), που μας είχε σκορπίσει.
Ακόμα κι η μέρα μας ήταν βραχύτερη από το 9ωρο του ηλιοστασίου, καθώς ο ήλιος λιγοθυμούσε κάτω από τα βαρειά, αδυσώπητα σύννεφα, τα φορτωμένα φίδια αστραπές και τον απέραντο μυκηθμό της βροχής. Καταφύγιό μας το δωμάτιο με τη σόμπα ή τη φουφού, όπου ζεσταίνονταν και ξεθάρρευε η ψυχή μας ακούοντας παραμύθια ή και διαβάσματα από κάποιον μεγαλύτερο και γραμματισμένο.
Λοιπόν δρόμος μακρύς το Σαρανταήμερο. “οδός μακρά’’! Όμως καθόλου “απανδόκευτος’’, καθώς κι ‘’ο βίος (δεν ήταν καθόλου) ανεόρταστος’’. Τον στόλιζαν, ευλογία θεού (στην κυριολεξία και μεταφορικά) τα χειμωνιάτικα Πανηγύρια. Κι ακριβώς η “αιθρία’’, που χάριζαν στην εποχική αυστηρότητα του Σαραντάημερου είναι, που τους κατωχύρωνε την ιδιαίτερη γοητεία τους, τα έκανε προσφιλέστατα, ακόμη και στους συμπολίτες μας, που δεν φημίζονταν, ως πολύ…φιλακόλουθοι. Κι ανάμεσα σαυτά κορυφαία θέσι κρατούσε η “γιορτή ταη-Νικόλα’’. Κι οι λόγοι πολλοί:
“Πέφτει’’ στην ακμή του χειμώνα (6 Δεκέμβρίου), δηλαδή σε περίοδο, που οι τραχειές καιρικές συνθήκες νεκρώνανε την κοινωνική ζωή κι η Πόλι λαχταρούσε ένα “ξανάσασμα’’, μια διακοπή της ανιαρής μονοτονίας της… Ο πανέμορφος Ι.Ναός, με την αρμονική αρχιτεκτονική και το λαμπρό εσωτερικό, ιεροπρεπή διάκοσμο έχει ιδρυθή στη θέσι της καρδιάς του τότε πολεοδομικού ιστού, που παραμένει μέχρι και σήμερα ένα από τα ζωντανώτερα κοινωνικά κέντρα, άνετα ορατός από το βασικό, πολεοδομικό άξονα την οδό Ι. Μελά… Σαυτόν οι ιερές Ακολουθίες του πανηγυρικού τυπικού τελούνταν με τον πιο θελκτικό τρόπο, δηλαδή με την ανεπανάληπτη, θαυμαστή συλλειτουργία των “παπά-Ρόλου’’ και “παπά-Ηλία’’με το χορό του…
Μα πριν και πάνω απόλα σαυτό το Πανηγύρι τιμώντανε (και τιμάται εις τον αιώνα!) ένας από τους λαοφιλέστερους Αγίους της Χριστιανωσύνης, θαλερό βλαστάρι των πρώτων Χριστιανικών Αιώνων, αψεγάδιαστο πρότυπο του χριστιανού, όπως τον επιποθεί ο Λαός, που του αναγνωρίζει λατρευτικά κι όλα τα θεία χαρίσματα Λαϊκού Ήρωα. Την αλύγιστη, μέχρις αίματος και απερίφραστη ομολογία της πίστης Του. Την αδύσταχτη κι αυτόκλητη υπεράσπισι των αδικουμένων από όποιαδήποτε (και την κρατική) βία. Τη μακρόθυμη, σοφή και φιλάγαθη συγχωρητικότητα των αμαρτιών της ανθρώπινης αδυναμίας. Την περιφρόνησι του πλούτου, δηλαδή και την απλόχερη “μεταδοτικότητα’’ στη στερημένη φτωχολογιά. Μένα λόγο, ανώτερο και από το στίχο του. “Ο Νικόλαος, πρέσβυς ών εν γή μέγας- και γής αποστάς – εις το πρεσβεύειν ζέει’’
Για μας, τους θαλασσινούς λαούς προσθέστε και τάλλο θείο δώρημα. Είναι ο ταχύς προστάτης των ανθρώπων μας, των εργατών, των αγωνιστών της θάλασσας. ”Ρύστης πλεόντων ανεδείχθης, ω Νικόλαε’’, ψέλνει ο υμνοδός Του, κι η μαυροντυμένη κατοχρονίτισσα ‘’μολόγαγε’’ στην εγγονή της. “Κάθε, που αγριεύει ο καιρός, πααίνω να ρίξω λάδι στο καντήλι, στη χάρι Του. Τέτοιες ώρες, όλο και κάποιος χριστιανός θαλασσοπνίγεται, δικός ή ξένος. Μας τώχει μάθει η βάβω μας, Θεός σχωρέστην. Τώχε πάρει από την δική της βάβω. Τέτοια χρυσή αλυσσίδα ευλαβικών καρδιών, για τον Αη Νικόλα…
Όπως και στις άλλες γιορτές, και στη γιορτή ταη-Νικόλα το προανάκρουσμα σήμαινε την προπαραμονή. Η συνέχεια την Παραμονή. Αργά ταπόγεμα οι δύο ‘’υψίφωνες’’ μικρές καμπάνες, που ολημερίς σκορπούσαν την ακούραστη, πρόσχαρη, δίφωνη, ALLEGRO αρμονία τους, σιγούσαν πλέον. Κι ύστερα από αρκετή ώρα χαρούμενης προσμονής, με το που θρονιάζονταν για τα καλά η νύχτα ,κατέβαινε απ τα μεσούρανα επίσημη, αναμφισβήτητη, αυθεντική, επιβλητική, παραμερίζοντας τα βαρειά, απειλητικά σύννεφα η πρώτη ‘’μπόττα’’ της μεγάλης, της τρίτης καμπάνας (της μεγαλύτερης σόλο το Νησί!), μέχρι τη στιγμή εκείνη σιωπηλής κι ανάκουστης, αποσυρμένης θάλεγες στον ενορατικό στοχασμό της.
Αυτή η πρώτη “μπόττα’’! Τι ανεξίτηλη, πόσο προσφιλής ανάμνησι, για όσους τη χαιρόμαστε φωλιασμένη στα φυλλοκάρδια μας! Καταστάλαζε στην ψυχή μας σαν ελπιδοφόρο μήνυμα, σαν θεία υπόσχεσι.’’Θα περάσει ο χειμώνας με τα απειλητικά, εχθρικά σύννεφα. Φέρνω μήνυμα από την άνοιξι. Την είδα Εκεί Ψηλά, να ετοιμάζει τα μαγιουλικά της ανθοφορίας της’’ Κι οι αδερφές ‘’μπόττες’’, που την ακολουθούσαν μοιάζανε νε επιβεβαιώνουν το ευλογημένο μήνυμα. Κι ενώ αυτές συνέχιζαν το μεγαλόπρεπο, LENTO τέμπο τους, εισπηδούσαν με τα χορευτικά ‘’όγδοα’’ τους οι δύο μικρές καμπάνες, συντονίζοντας το βηματισμό τους με το ρυθμό της μεγάλης αδερφής των και συμπληρώνοντας το ηχηρό, αρμονικό, ορειχάλκινο προσκλητήριο των πιστών, που σε λίγο κατέκλυζαν σολέα και γυναικωνίτη του Ναού πρόσχαροι, μα κι ευλαβικοί.
Ο Μέγας Πανηγυρικός Εσπερινός διατηρούσε όλη την Βυζαντινή μεγαλοπρέπεια, που υπαγορεύει το Τυπικό της Εκκλησίας μας, προσαρμοσμένη με σοφή κι ευαίσθητη διακριτικότητα στην εφτανησιώτικη αισθητική μας. Αισθητική, που εφαρμόζοντας το γενναίο, το θεόπνευστο δίδαγμα (‘’πάντα δοκιμάζετε, το καλόν κατέχετε’’) ωφελήθηκε από τη γνωριμία του πολιτισμού της Δύσης, διακρατώντας αλώβητα τα όσια και τα ιερά φυλετικά και δογματικά χαρακτηριστικά μας.
Μέσα στον πάμφωτο και μοσχοβολημένο Ναό, απρόσιτο στην άγρια κακοκαιριά, που μαίνονταν απέξω, η ιερή Ακολουθία διαδραματίζονταν μέχρι την Απόλυσι υψιπέτης και μελίρρυτη, πραγματικά αιθεροβάμων, χάρις στον κατανυκτικό ‘’διάλογο’’ Αγίου Βήματος (Παπά-Ρόλου) και Ψαλτικού (κυρ-Ηλία και Χορού), εναλλασσόμενων στην ‘’ηγεσία’’.
Η πρώτη κορύφωση ακούονταν απ το ψαλτικό, με τη γοητευτική τετραφωνία των θριαμβικών, πασίχαρων και περίτεχνων Ανοιξαντάριων του μεγαλορρήμονος Προοιμιακού (ψαλμού). Ακολουθούσε ο ποιητικώτατος Κανόνας του Αγίου, τόσω δραματικός κι εμπνευσμένος, ώστε να συνασπάζη και των ολιγογράμματων την προσοχή. ’’Μύροις παροικήσας αισθητώς, μύρον αληθώς ανεδείχθης, μύρω χρησθείς νοητώ, Άγιε Νικόλαε, Αρχιεράρχα Χρηστού και μυρίζεις τα πρόσωπα…’’.
Κατόπιν την ηγεσία διαδέχονταν ο Ιερέας με το υπέροχο εισοδικόν, την Επιλύχνιον Ευχαριστίαν (‘’Φώς ιλαρόν, αγίας δόξης…’’) ‘’Ποίημα παλαιόν ή ώς τινες λέγουσι του Ιερομάρτυρος Αθηνογένους’’, όπου την κάθε φορά ο μακαριστός Ιωαννίκιος Σβορώνος επικύρωνε την αξιολόγησί του, ως καλλικέλαδου και μουσικολογιώτατου.
Ύστερα, κατά τη σοφή διάκρισι του Τυπικού, η (αδερφή της Μουσικής καλή τέχνη) η ποίησι, εποίκιλλε το Ιερό Δράμα, με την απαγγελία των Ιερών Αναγνωσμάτων, σοφή ανθολόγησι από την Παλαιά Διαθήκη. Κι αμέσως μετά η Λιτή, τα Στιχηρά Ιδιόμελα, που κατακλύζονται από μυστικές ‘’αναβάσεις’’ (‘’ενατενίσας ακλινώς τω ύψει της γνώσεως…’’) αλλά και χριστουγεννιάτικα προεόρτια (‘’Βηθλεέμ ετοιμάζου, ευτρεπίζου η φάτνη…’’).
Στη συνέχεια η ‘’πρωτιά’’ ξαναπερνούσε στον Ιερέα με το τρυφερό, ολόχαρο, σχεδόν χορευτικό Δοξαστικό Θεοτοκίο της Ευλογίας των Άρτων-‘’Αρτοκλασίας’’(‘’Θεοτόκε, Παρθένε, χαίρε…’’), για να επιστρέψει στο Ψαλτικό, μέχρι το θριαμβευτικό, δωρικό Απολυτίκιον ‘’τρις.’’ Εις ήχον Δ’.’’, τον ‘’πανηγυριστή και χορευτή’’ ήχο: ‘’Κανόνα πίστεος…’’ και το Θεοτοκίον,’’ Το απ αιώνος απόκρυφον…’’. Που και τα δύο ψέλνονταν διθυραμβική υπόκρουσι το χαρούμενο, πανηγυρικό, παρατεταμένο διαλαλητό απ τις τρείς καμπάνες, με απόλυτη ακρίβεια πειθαρχημένες στο ρυθμό των Τροπαρίων.
Κι η μεν ακολουθία του Εσπερινού τελείωνε εδώ, όμως περνούσε αρκετή ακόμη ώρα, μέχρι ναποσυρθή κι ο τελευταίος πιστός. Πολλοί και μετά το ‘’Δι ευχών…’’ συνέχιζαν να προσεύχωνται. Άλλοι να διεκδικούν (‘’μαχητικά’’ ή και ‘’μελοδραματικά’’) τα κατά την εκτίμησί τους, δικαιώματά τους σε Άρτο ή Σπερνά. Άλλοι σχολίαζαν ενθουσιασμένοι τη μόλις λήξασα Ιερή Ακολουθία. Τέλος, άλλοι εκμεταλλεύονταν τη συνάντησι με συγγενείς, φίλους ή γνωστούς, για μια σύντομη, ‘’ κοινωνική αλληλοενημέρωσι’’.
Πρίν ακόμη αποχωρήσουν κι οι τελευταίοι πιστοί, οι ‘’εντεταλμένες’’ ενορίτισσες καταπιάνονταν με ζήλο ναποκαταστήσουν ‘’το ευπρόσωπον’’ στο εσωτερικό του Ναού, που είχε ‘’επηρεασθή ’’ από το μεγάλο πλήθος εκείνων, που παρακολουθούσαν τον Εσπερινό. Κι ύστερα από αρκετό διάστημα σιγής και ηρεμίας στο Ναό, μέσα στα σκοτάδια της προχωρημένης νύχτας και τα ριγηλά ξεσπάσματα του χειμώνα μανεμόβροχο κιαστροπελέκια, σήμαιναν διακριτικά οι μικρές καμπάνες το προσκλητήριο της Ακολουθίας, που στην καθωμιλουμένη μας αποκαλούσαμε (‘’εκ του μέρους το όλον…’’) ’’Συναξάρι’’ κι ήταν μια Ολονυχτία, μια Παννυχίδα, χωρίς Εσπερινό (γιατί είχε προηγηθή ο Εσπερινός), Όρθρο και Λειτουργία (που θακολουθούσαν, με το που θα χάραζε η μέρα) και με κύριο ενδιαφέρον την ακρόασι της εξιστορήσεως του βίου και των θαυμάτων του Αγίου, δηλαδή του συναξαρίου Του. Η αργόσυρτη και πολύωρη ανάγνωσι γινότανε παληοκαιρινή κιτρινισμένη φυλλάδα, γραμμένη στο εντυπωσιακό, αραιά και που λιγάκι ακαταλαβίστικο μεσαιωνικό, γλωσσικό ιδίωμά μας, με τη συναρπαστική αμεσότητα των σολοικισμών και βαρβαρισμών του, που πολλοστεύανε στα χείλη του ολιγογράμματου και ελαφρά νυσταγμένου αναγνώστη.
Το θεοφοβούμενο εκκλησίασμα; Στην πλειοψηφία παππούληδες και βαβάδες, (καμμιά φορά με ταγγονάκια τους αποκοιμισμένα στα γόνατά τους), αλλά και συμπολίτες, αποκλεισμένοι απ τις Πανηγυρικές Ακολουθίες (Εσπερινό, Όρθρο, Λειτουργία) λόγω πρόσφατης ‘’Λύπης’’, παρακολουθούσε εκστασιασμένο την ιερή αφήγησι και σε κάθε έξαρσί της σταυροκοπιότανε με ιερό δέος (Τς! τς! – Μεγάλη η χάρι Σου!) ή και σχολίαζε με το παρακαθήμενο χαμηλόφωνα τα ανεπανάληπτα μεγαλεία της ακλόνητης πίστης και της θαυματουργικής παρεμβάσεως, αλλά και το φωτεινό μετεωρισμό της πατρικής ποιμαντορίας του Αγίου.
Η Απόλυσι γινότανε σε προχωρημένη, μεταμεσονύχτια ώρα. Το αραιό, κουρασμένο, αλλά και εντυπωσιασμένο άθροισμα των ευλαβών διαχέονταν στα έρημα σοκάκια της μικρής μας Πόλης συντροφιές-συντροφιές, που μες τον ύπνο μας ακούαμε να περνούν κάτω από τα κατάκλειστα παράθυρά μας, αλαφρώνοντας με το χαμηλόφωνο κουβεντολόϊ τους το βαρύ, το πυκνό σκατάδι του καταχείμωνου, του κυριαρχημένου από τις απειλές των θυμωμένων φυσικών στοιχείων.
Για μήνες και χρόνια, η Ιερή Αφήγησι, το Συναξάρι περνούσε από στόμα σε στόμα κι έν απ τα θαύματα της Ιερής Νύχτας ήταν και τούτο: Τα δυσνόητα μέρη, οι σολοικισμοί και βαρβαρισμοί του Ιερού, τα λάθη στην ανάγνωσι ή την ακρόασι προκαλούσαν ‘’κενά’’ στην από μέρους των ευλαβών πρόσληψι του και μέσ απ αυτά τα κενά εύρισκε ευκαιρία η πλούσια φαντασία τους να νοίξη τα φτερά της, ώστε η ‘’από στόμα σε στόμα’’ μεταφορά να σμιλεύεται και να προωθήται, όλο και ποιητικώτερη, σπέρνωντας στην ‘’εύκαρπον’’ λαϊκή συνείδησι πολύτιμες, δυναμικές ιδέες ευλάβειας, αλλά και δημιουργικής ομορφιάς.
Με την ίδια εγκάρδια θρησκευτικότητα, την ίδια αισθητική γοητευτική τελειότητα ολοκληρώνονταν την επομένη ο εορταστικός κύκλος, Όρθος-Λειτουργία-Απόδοσι: Η λογασιδική ανάγνωσι των Ευαγγελικών Περικοπών και η Μικρά Είσοδος αποτελούσαν λαμπρές ευκαιρίες για το [«]χοροσταντούντα[» π.] Ιωαννίκιο να απευθυνθή στα φυλλοκάρδια των εκκλησιαζομένων, ενώ η Μεγάλη Είσοδος, με την γλυκύτατη μολπή των διατεταγμένων ρημάτων (‘’Πάντων ύμων…’’) με εκκίνησι συνήθως από δυσθεώρητα ψηλή ‘’βάσι’’, τις ενεθάρρυνε, τις φτέρωνε πλέον προς τον ουρανό. Κι από τη θέσι του ο Ηλίας Γουριώτης με το θαυμάσιο Χορό του προσέφερε ιδανικές (αν δεν θάταν ανοίκειο, θάλεγε κανείς μεθυστικές…) εκτελέσεις της Μεγάλης Δοξολογίας, του Χερουβεικού Ύμνου και του Κοινωνικού Μελλοδήματος.
Ύστερ από μια τέτοια μυσταγωγία αποχωρούσαμε από το Ναό μένα ισόβιο θυσαύρισμα ευλάβειας, αλλά και αισθητικής διαπαιδαγώγησης. Αιώνια η μνήμη Αυτών, που μας το χάριζαν. Έστωσαν εις τας αυλάς του Κυρίου…
Ιδ. και Ι.Γ.Ζαμπέλης ‘’Η εκκλησιαστική πανήγυρη στην Αγία Μαύρα 1768-1815 Επετ.Ετ.Λευκ.Μελετών, Ι.’,σ.139 επ
Έξ αποτυχημένες απόπειρες (από τις 23.8.1502 εώς το 1684 ) έκαμαν οι Ενετοί για ναποσπάσουν τη Λευκάδα μας από τους Τούρκους. Τελεσφόρησε η έβδομη. Τις 9 Αυγούστου 1684 ο Φραγκόσικος Μοροζίνι ύψωσε τη σημαία του στο Φρούριο, που και σήμερα επαγρυπνεί ‘’βαρύτιμο’’, ένα περίπου χιλιόμετρο έξω απ την Πόλι μας. Λίγους μήνες αργότερα (7.2.1685), επωφελούμενοι της σχετικής ανεξιθρησκείας, που χαρακτήριζε τη βενετσάνικη διπλωματία και συνωψίζονταν στο περίφημο ‘’PRIMO VENEZIANI E POI CRISTIANI’’, οι λευκαδίτες του απέσπασαν την άδεια να ιδρύσουν τον πρώτο ορθόδοξο Ναό (του Αγίου Σπυρίδωνος). Αμέσως μετά (6.12.1685) πέτυχαν την άδεια του Ανώτερου Προνοητή Λευκάδας (PROVVEDITTORE STRAORDINARIO) Πιέτρο Μπέμπο, για τη ίδρυση του Ι.Ν. του Αγίου Νικολάου και την εκχώρησι του οικοπέδου.
Ο Ναός, που μέχρι και σήμερα προσκυνάμε, βρίσκεται στην αρχική θέσι, αλλά στη μορφή που πήρε κατά την πέμπτη (1830) ανοικοδόμησί του και με με την οποία άνθεξε το σεισμό του 1869. Ο σπουδαίος λόγιος Ιωάννης Σταματέλλος (έζησε τη θεομηνία) έγραψε στο Χρονικό του. ’’1869 Δεκεμβρίου 16, περί την χαρυγήν εγένετο μέγας σεισμός. Εκ των 16 εκκλησιών, μόνη η του Αγίου Νικολάου ηδυνήθη νανθέξη κ.λ.π.’’. Κατά τις 4 προηγούμενες, μεγάλες σεισμικές δοκιμασίες (1704, 1743, 1769, και 1825) δεν είχε ‘’δυνηθή νανθέξη’’. Ικανοποιητικά συμπεριφέρθηκε το Αρχιτεκτόνημα και κατά του σεισμούς των ετών 1938, 1948, 1974, και 2003/14 Αυγούστου.
Από τις αρετές του Ιερού Οικοδομήματος είναι βέβαια καταρχήν οι θαυμάσιες αναλογίες του (23,8* 9,1*5,1), που του εξασφαλίζουν ανάλαφρη αρμονία, αλλά και (επαληθευμένη, όπως σημειώθηκε) ευστάθεια. Επίσης ο μελετημένος, ώστε να αποφεύγεται κάθε υπερβολή και στόμφος διάκοσμός του Τοίχου ‘’με εμφανή λαξευμένη λιθοδομή (εγχώριος πωρόλιθος) κατά το ισόδομο σύστημα’’. Παραστάδες (των θυρών) με ‘’κιονόκρανα, που θυμίζουν ιωνικά και ‘’ κλειδί (στο υπέρθυρο) ημικυκλικό τόξο προεξέχον, με ανάγλυφη διακόσμησι (ενώ) ανάλογη προεξοχή παίρνουν και τα διακοσμητικά στοιχεία, που είναι επάνω από αυτό, τονίζοντας έτσι τον κατακόρυφο άξονα του ανοίγματος (της θύρας). Το στοιχείο αυτό τελειώνει στο ίδιο ύψος με τις παραστάδες και ακολουθεί οριζόντια σειρά κυματίων, με τρείς ταινίες’’. Συνοπτικά προσδιορίζεται ως ‘’ μονόχωρο οικοδόμημα, σχήματος ορθογωνίου παραλληλογράμμου, με αμφικλινή στέγη και κόγχη στον ανατολικό τοίχο. ‘’Τυπική‘’ βασιλική, με δύο (βορειά-δύσι) προσόψεις. Καλαίσθητα και τα μεταλλικά δικτυωτά των παραθύρων.
Η ίδια ευλαβική ‘’πραγματοποίησι του Ωραίου’’ χαρακτηρίζει και τον εσωτερικό διάκοσμο του Ναού, κατατάσσοντάς τον στην τερπνή, επτανησιακή, εκκλησιαστική παράδοσι. Δεσπόζεται, από το περίτεχνο, ξυλόγλυπτο Τέμπλο, που καλυπτεται σόλη του την επιφάνεια από φύλλο χρυσού ‘’ανήκει στα ελαφρά μπαρόκ’’ και πειθαρχεί στο καθιερωμένο πρότυπο του λευκαδίτικου (επτανησιακού) τέμπλου. Περιγράφεται από την Επιστήμη έτσι: ‘’Εισερχόμενός τις εις τον Ναόν, το πρώτο ίσως το οποίον θα παρατηρήση είναι το ξυλόγλυπτον τέμπλον του. Διαιρείται εις τα τρία καθ ύψος μέρη, ως συμβαίνει εις τα τέμπλα του 17ου αιώνος του Αγίου Όρους. Το κατώτερον το οποίον συνιστούν τα θωράκια, το μεσαίον, το οποίον αποτελούν τα μεταξύ των κιονίσκων ‘’Δεσποτικά’’, αι εικόνες του Προδρόμου και του τιμωμένου Αγίου, καθώς και οι Αρχάγγελοι και το ανώτερον, το οποίον πλην του Κοσμήτου και του Δωδεκαποστόλου περιλαμβάνει πλούσιαν γλυπτήν, γωνιακήν απόληξιν, επί της οποίας εζωγραφήθη ο Εσταυρωμένος και εκατέρωθεν τούτου, εν κυκλίω, ανά εξ θρησκευτικαί παραστάσεις.
Το κατώτερο τμήμα αποτελούν τα μεταξύ των γλυπτών πεσσίσκων γλυπτά θωράκια, φέροντα εις το κέντρον αυτών και εντός ξυλίνου πλαισίου ανά μίαν εζωγραφισμένην εικόνα’’.
Σε δύο, κυρίως σημεία, παρουσιάζει ελαφρά παραλλαγή το Τέμπλο του Ι.Ν. του Αγίου Νικολάου. Η ‘’απόληξι’’ Γ’ που υψούται μέχρι την Ουρανία (το ταβάνι), είναι τοξοειδής (όχι τριγωνική) και οι Ιερές απεικονίσεις ‘’εκατέρωθεν του Εσταυρωμένου’’ είναι ανά τρείς (όχι ανά έξ).
Στά θωράκια εικονίζονται:[ Κάτω από την εικόνα του Αγίου Νικολάου η επέμβαση και διάσωση εκ του θανάτου των τριών «’αναιτίων».] Κάτω από την εικόνα της βρεφοκρατούσης Θεοτόκου [« η φυγή εις Αίγυπτον»] Κάτω από την εικόνα του Κυρίου [η προσευχή στη Γεθσημανή με τους κοιμωμένους μαθητάς και τον άγγελον ενισχύοντα]. Κάτω από την εικόνα του Τιμίου Προδρόμου [ ο Ιωάννης, διδάσκων εις τον Ιορδάνη ποταμό, δείχνει τον «αμνόν του Θεού, τον αίροντα την αμαρτίαν του κόσμου»].
Οι κυριαρχούσες, τέσσαρες ισομεγέθεις, μεγάλες εικόνες ( οι δεσποτικές κ.λ.π.), έργο (1815) του Σπύρ. Βεντούρα είναι φιλοτεχνημένες με την τεχνική ‘’αυγόχρωμα σε γυψωμένο σανίδι’’ (ιδ. σελ. ).
Η πρώτη αριστερά (‘’πάντα, ευσχημόνως και κατά τάξιν’’) παριστά τον τιμώμενο Άγιο ένθρονο, με αρχιερατικά άμφια, χωρίς όμως μήτρα (ασκεπή), γιατί Άγγελοι, κατερχόμενοι από τον Ουρανό κομίζουν, για να τον στέψουν, ‘’τον της Δικαιοσύνης στέφανον’’. Το εικόνισμα εμπλουτίζεται από δέκα (ανά πέντε, αριστερά-δεξιά) μικρογραφίες, σε ορθογώνιο πλαίσιο η καθεμία. Οι τέσσαρες παριστούν αετούς, που κρατούν ειλητάρια, στα οποία διαβάζουμε τα θέματα των έξι εικόνων: *
[΄Συμπλήρωση εφημερίου: Α΄: Από αριστερά: 1. Επάνω: «Αισχρούς λογισμούς, εμπόρου λύει το έλεος του Νικολάου, ὃ(ς) εις ουρανούς πέμπει ὓμνους ευχαριστίας». 2. Στο κέντρο: «προβεβηκυεία συμορφούμενος ο μισόκσλος, πύρινον σκεῦος πέμπει εις ναόν Νικολάου» και 3. Κάτω: «Εκ χειρός αρπάσας τό ξίφος του δημίου, Νικόλαος ἔσωσε τοῦς τρεῖς ἀναιτίους».
Β΄: Από δεξιά, 1. Επάνω: «Άμβωνα ποιήσας τό δεσμωτήριον Νικόλαος, διδάσκει χριστοφρονεῖν τοῦς αυτῷ συνδεσμίους». 2. Στη μέση: Σθένος τῆς δεήσεως Νικολάου, Εἰδώλων θραῦσις ἀκαριαίων. 3Κάτω: Μή πτοεῖσθε φίλοι μου εἰπεῖν, τίς τῶν ὁ κατ΄ όναρ ἡμῖν ὀ φθείς.]
Οι υπόλοιπες εξ ιστορούν περιστατικά απ το Συναξάρι του Αγίου, όπως τη σωστική ευεργεσία προς τις τρείς παρθένες, την καταστροφή του ναού της Αρτέμιδας, τη θαρραλέα αποτροπή της σφαγής των Τριών Αθώων κλπ.
Ένθρονη, βρεφοκρατούσα τον Υιό και Θεό Της παριστάνεται και η Παναγία. Το πρόσωπο του βρέφους Ιησούς, δεν έχει τη στοχαστική ωριμότητα της βυζαντινής παράδοσης, άλλα είναι ‘’παιδικό’’, όπως προτιμά η δυτική, νατουραλιστική εκδοχή. Στις τέσσαρες άκρες του θρόνου Της εικονίζονται ισάριθμες προσωπικότητες της Παλαιάς Διαθήκης, που είχαν προφητέψει το ρόλο Της, στο Λυτρωτικό Σχέδιο του Δημιουργού μας. Ο Προφητάναξ Δαυΐδ, ο Σοφός Σολομών και οι Προφήτες. Κι οι Τέσσαρες κρατούν ειλητάρια, όπου διαβάζουμε αποσπάσματα του προφητικού τους λόγου: [ Αριστερά επάνω: Εξελέξατο Κς την Σιών ἡρετίσατο αυτήν εἰς κατοικίαν ἑαυτῶ. ( Ψαλμοί, 131, στ.13). Αριστερά κάτω: Υιέ ανθρώπου λάβε σεαυτῶ πλίνθον κενόν (Ιεζεκιήλ, Δ΄, στ.1) Δεξιά επάνω: Πολλαί θυγατέρες εποίησαν δήναμιν σύ δέ υπέρκησας και ὑπερίρας πασας (….) και Δεξιά κάτω: Ειδον Κύριον Σαβαώθ καθήμενον επί θρόνου ὑψηλοῦ και ἑπηρμένου. (Ησαίας, Στ΄, στ.1) ] (Δαυΐδ)
Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός εικονίζεται Παντοκράτωρ. Ένθρονος, με τη δεξιά ευλογεί, ενώ η αριστερά Του υποβαστάζει ευμεγέθη σφαίρα, δηλωτικής της Υλικής Δημιουργίας Του. Στις τέσσαρες άκρες του Θρόνου Του εικονίζονται τα τέσσαρα σύμβολα των Ευαγγελιστών. Άγγελος, Βούς, αετός και λέων. Αυτά τα σύμβολα των Ευαγγελιστών αξίζουν παρέκβασι.
Οι θρησκειολόγοι μας διδάσκουν, πως στα πανάρχαια χρόνια, μαυτά ακριβώς τα σύμβολα παριστάνονταν (στα ιερά κείμενα κ.λ.π.) τα Τέσσαρα Στοιχεία, που ( και κατά τον Ηράκλειτο ) συνθέσανε τον Υλικό Κόσμο. Το πυρ, ο αήρ, το ύδωρ και η γή. Ώστε η εξεικόνισι των Τεσσάρων Συμβόλων περί το θρόνο του Παντοκράτορος, στην πολυσημία, που αποτελεί χαρακτηριστικό και της χριστιανικής λατρευτικής ‘’εκφραστικότητας’’ (εδώ, της Ιστορήσεως, της Εικονογραφίας) πρέπει να ερμηνευθή, όχι μόνο με την έννοια, ότι οι Τέσσαρες Ευαγγελιστές υπηρετούν την διάδοσι του Θείου Λόγου, άλλα και ότι η Υλική Δημιουργία περιβάλλει λατρευτικά του Παντοδύναμο Δημιουργό της.
Μια παρόμοια ‘’λογική’’ ενέπνευσε ευλαβικότατο ποιητικό εύρημα στους θεοφώτιστους Συγγραφείς των δυό γνωστότερων λειτουργιών της ορθοδοξίας (τον Ουρανοφάντορα Μ. Βασίλειο και το Χρυσορρήμονα Χρυσόστομο Ιωάννη) και μάλιστα για το Μυστικώτερο, το πλέον Υπερούσιο μέρος των Θείων Συγγραφών Τους, την υψιπέτη Ευχή της Αναφοράς…
Έχει προχωρήσει η ανέλιξι της Λειτουργίας των Πιστών, έχει τελεσθή η Μεγάλη Είσοδος, έχει απαγγελθεί το Σύμβολο της Πίστεως και ο Ιερέας, ιστάμενος ικέτης μπρος στην Άγια Τράπεζα, στην προσπάθειά του να μεταρσιωθή, να αποστασιοποιηθή από το γήϊνο εαυτό του (ώστε να καταστή άξιος για την ακώλυτη επίκλησι της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος ‘’επί τα προκείμενα Δώρα’’), απαγγέλει (μυστικώς, κατά το μεγαλύτερο μέρος της) την Ευχή της Αναφοράς.
Πριν αποτολμήση να υποβάλη το Θεοδίδακτο αίτημα για τη συντέλεσι του Μυστηρίου των Μυστηρίων (πριν παρακαλέσει γονυπετής, ’’…..κατάπεμψον το Πνεύμα Σου το Άγιον…..και ποίησον, τον μεν Άρτον… το δε εν τω Ποτηρίω…’’) αναλύεται σε εγκάρδιες ευχαριστίες (ο χριστιανός, πρώτα ευγνωμονεί, μετά αιτείται…) για τις απειράριθμες ευεργεσίες του θεού προς την ανθρωπότητα. Τελευταία και κορυφαία στην απαρίθμησί του ευεργεσία κατονομάζει την αποκάλυψι του τελούμενου Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, όπου αναγνωρίζει άκρα συγκατάβασι του Θεού και Πατρός.
Ενώ ο Σαββαώθ απολαμβάνει τη διηνεκή και αδιάλειπτη δοξολογία της Αυλής, Υπερκόσμιας Δημιουργίας Του, δεν απαξίωσε, δεν περιφρόνησε και του Υλικού, αμαρτωλού Κόσμου την ευγνωμοσύνη, αλλά του αποκάλυψε τρόπο, ‘’οδόν’’, για να την εκδηλώνη.
‘’…Ευχαριστούμεν Σοι και υπέρ της Λειτουργίας ταύτης, ην εκ των χειρών ημών δέξασθαι κατηξίωσας καίτοι Σοι παρεστήκασι χιλιάδες Αρχαγγέλων και μυριάδες Αγγέλων, τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ εξαπτέρυγα, πολυόματα, μετάρσια, πτερωτά…’’(υποτονθορίζει (Λειτουργία Χρυστοστόμου). Και προχωρεί ‘’εκφώνως’’ πλέον (νακούη το Εκκλησίασμα) ‘’…τον επινίκιον ύμνον άδοντα, βοώντα, κέκραγότα και λέγοντα…’’ ( ο ψάλτης συμπληρώνει το ‘’…Άγιος, Άγιος, Άγιος, Κύριος Σαββαώθ‘’ κ.λ.π.).
Ακριβώς σαυτές τις τέσσαρες μετοχές (‘’άδοντα’’ κ.λ.π.) φωλιάζει το ευλαβικό, ποιητικό εύρημα: Ο Ιερός Συγγραφέας θέλει να διαδηλώση, ότι στη λατρευτική δοξολογία μετέχει κιο ‘’πεπτωκώς’’, ο αμαρτωλός (λόγω του Προπατορικού) Υλικός Κόσμος. Δεν αποτολμά όμως να τον εισαγάγη ‘’ακάλυπτον’’ (να τον κατονομάση απερίφραστα, π.χ να χρησιμοποιήση τη λέξι κτήνος ή άνθρωπος κ.λ.π.) μέσα στο Ιερώτατο Θυσιαστήριο, καταυτή την Ιερώτατη, Υπεργήϊνη, Αιθέρια Στιγμή της Καθόδου του Παναγίου και Τελεταρχικού Πνεύματος (Ο Μωϋσής, ο Ηλίας κ.λ.π., μολονότι ‘’Σκεύη Εκλογής’’ κρύβανε το πρόσωπό τους μπρός στον Ιεχωβά!) γιαυτό προσφεύγει στο ευλαβικό, ποιητικό επινόημα.
Δεν αποτολμά να κατονομάσει τα γένη του Υλικού Κόσμου (ανθρώπους, κτήνη κ.λ.π), μια και κάτι τέτοιο θάμοιαζε σαν βέβηλι παρέλασί τους μέσα στο Άδυτον, προσφεύγει λοιπόν στην υπόμνισι των Τεσσάρων Στοιχείων, από τα οποία συντέθηκε ο Υλικός Κόσμος (πυρ κ.λ.π.). Μάλιστα, ούτε κιαυτά ( τα Τέσσαρα Στοιχεία) αποτολμά να τα κατονομάση απερίφραστα. Περιορίζονται στην υπαινικτική, παρηχητική υποδήλωσί τους, με τις τέσσαρες μετοχές. Το ‘’άδοντα’’ παραπέμπει στο Άγγελο-σύμβολο. Το ‘’λέγοντα’’ στο λέοντα-σύμβολο. Έτσι υπενθυμίζει, ότι η δοξολογία του Δημιουργού τελείται από τον σύμπαντα Κόσμο, δηλαδή τόσο την άϋλη, όσο και την υλική Δημιουργία.
Έτσι, ο μεμυημένος (ο πληροφορημένος) ορθόδοξος του Εκκλησιάσματος ενθαρρύνεται σε μια κορυφαία μέθεξι, αφού ‘’έζησε’’, εβίωσε τη μεγαλειώδη απεικόνισι του Ύμνου (της Ευχής της Αναφοράς), αφού απήγγειλε κι αυτός νοερώς την Ευχή της Αναφοράς κι αισθάνθηκε ν αποπνευματοποιήται, να συντονίζεται, να εντάσσεται, να ‘’φωλιάζη’’ κιαυτός στο υμνητικό, δοξολογικό Σύμπαν.(Παρόμοια και στη Λειτουργία του Μ. Βασιλείου). Αυτά, χάριν των απληροφόρητων, των αμύητων.
Ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος εικονίζεται λιπόσαρκος ‘’παρά τα ρείθρα του Ιορδάνου’’ και ο ισάγγελος βίος Του υποδηλώνεται από τις δυό πτέρυγες, που φυτρώνουν στους ώμους του. Έχει ’’το ένδυμα Αυτού από τριχών καμήλου και ζώνην δερματίνην περί την οσφύν αυτού’’. Στο κάτω δεξιό της εικόνας παρατίθεται υπόμνησι του μαρτυρίου Του. ‘’Επί πίνακι’’ εικονίζεται ‘’η ιερή κεφαλή (Του) και φωτοφόρος και Αγγέλοις αιδέσιμος, η ξίφει τμηθείσα πάλαι’’, η ‘’ιάματα μη κενούμενα’’ αναβρύουσα. Σε ειλητάρι, κρεμασμένο από το ασκητικό ραβδί του Διαβάζουμε την ομολογία-διακήρυξί Του ‘’ Ίδε ο αμνός του θεού, ο αίρων τας αμαρτίας του Κόσμου’’.
Τα βημόθυρα κλείονται (βόρειο-νότιο) με εικόνες των Αρχαγγέλων και η Ωραία Πύλη με [συρόμενη*] Θύρα, η περίτεχνη γλυφή της οποίας (άκανθες) διαμορφώνει ελεύθερη επιφάνεια, όπου εικόνα του Κυρίου στον τύπο ‘’ Άκρα Ταπείνωσις’’ κατανύσσει τον πιστό με τη θαυμάσια εκφραστικότητά της, κατωρθωμένη με την πιο ανόθευτη λιτότητα. Χωρίς κάποιο μορφασμό ή όποιοδήποτε άλλο εμφαντικό μέσο, το πρόσωπο του Κυρίου μας αναδίδει συγκατάβασι, θλίψι, ανοχή, συγγνώμη.
Εμπρός από την συρόμενη* [*παρατ. εφημερίου: δεν είναι συρόμενη, αλλά ανοιγόμενη, σε 3 τμήματα]. θύρα, το κατώτερο μέρος της Ωραίας Πύλης κατέχουν χαμηλά Βημόθυρα, που κοσμούνται από την ίδια περίτεχνη ξυλογλυφή (άκανθες κ.λ.π.), αλλά και δυό μικρογραφίες, που εικονίζουν [* συμπλ. Εφημερίου: τους μεγάλους Ιεράρχες: τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο (αριστερά), με ειλητάριο: ο δε Σωτήρ από ύψος της θεότητος εις ταπείνωσιν ανθρωπότητος ελύληθεν. Και δεξιά τον Μ. Βασίλειο: δύο τρόποι εισί καθ΄οὓς οἱ ἀπρεπεῖς ἕννοιαι παρενοχλοῦσι τοῖς ὀρθοῖς λογισμοῖς]
Οι εικόνες στα βημόθυρα προσγράφονται, είτε στο Σπυρ. Βεντούρα (Π.Γ.Ροντογιάννης), είτε στον Ι. Ρούσσο (Χρ. Σολδάτος).
Ο κοσμήτης με το Δωδεκάορτο και (σε υπερκείμενη ζώνη) το Δωδεκαπόστολο ‘’είναι έργο του Ι.Ρούσσου (1815) και θεωρείται από τα καλλίτερα έργα του. Τέλος στην τοξοειδή απόληξι η εικονογράφησι ακολουθεί την τυπική διάταξι, που ανωτέρω σημειώσαμε. Δηλαδή στο κέντρο του πλούσιου γλυπτού διακόσμου έχει αποτεθή ο Εσταυρωμένος . ‘’Εκατέρωθεν, εν κυκλίω, ανά τρείς θρησκευτικές παραστάσεις’’. Η κλαίουσα Θεοτόκος [στα δεξιά Του] και ο ηγαπημένος Ιωάννης * [συμπλ. εφημερίου: στ΄αριστερά Του] κι ακόμη * [συμπλ. εφημερίου: αιστερότερα του Ιωάννη ο Εκατόνταρχος Λογγίνος και μία μυροφόρος, ενώ δεξιότερα της Θεοτόκου οι άλλες δύο μυροφόρες ]
Ο εσωτερικός, ιερός διάκοσμος ολοκληρώνεται π.χ. με τα ξυλόγλυπτα: δεσποτικό (έργο Ιωάνν. Βρετού) και προσκυνητάρι (έργο Γερ.Φ.Περδικάρη) και φορητές εικόνες, όπως η (αποτεθειμένη στο προσκυνητάρι) εικόνα του Αγίου, έργο του Γεωργ. Χρυσολουρά (ιδ.σελ. ) εμπλουτισμένη με τέσσαρες μικρογραφίες στις τέσσαρες γωνίες, θέματα από το Συναξάρι Του. ‘’Πάνω από τη βόρεια είσοδο κρέμεται εικόνα (Δυτικής τεχνοτροπίας) του πρεσβύτη Συμεώνος, να κρατή το βρέφος Ιησού’’. Απέναντι εικόνα γυναικός βρεφοκρατούσας, πιθανώς της ‘’προβεβηκυίας εν ημέραις πολλαίς’’ προφήτιδας Άννας. Στο βόρειο τοίχο είναι ανηρτημένη και δυτικότροπη εικόνα του Αγ. Δημητρίου, αλλά και η μεγάλη εικόνα με θέμα το γάμο του Τοβία, έργο του Σπυρ. Γαζή (ιδ.σελ. ) όπως και η απέναντι ισομεγέθης, που παριστάνει το όνειρο του Ναβουχοδονόσορα, αντίγραφα κι οι δυό ιταλικών προτύπων. Πολύ σημαντική είναι κι η εικόνα της ‘’Βλαχερνίτισσας Θεοτόκου’’ που φυλάσσεται στο Ναό. ‘’Παριστάνει τον εικονογραφικόν τύπον, ο οποίος ετιμάτο ιδιαιτέρως εις τον ναόν των Βλαχερνών’’(της Πόλης), δηλαδή την Θεοτόκο ‘’δεομένη, χωρίς το παιδίον’’. Τέλος στη μετώπη του γυναικωνίτη είναι κρεμασμένη εικόνα της Γεννήσεως. Ας σημειωθή, πως μέχρι και τον Μεσοπόλεμο οπότε συντελέσθηκε προοδευτικά (στην κυριολεξία, δηλαδή από Ναό σε Ναό, αλλά και μεταφορικά) η κατάργησί τους, τα καφάσια καλύπτανε όλο το εύρος του γυναικωνίτη στο Νησί μας, δηλαδή και στο Ναό του Αγ. Νικολάου, όπου έχουν ανακατασκευασθή, χωρίς όμως να καλύπτουν το μέσον του γυναικωνίτη.
Στο βορεινό κηπάριο υψώνεται το αντισεισμικό, μεταλλικό καμπαναριό (έργο του Λευκαδίτη Μιχαήλ Γουριώτη), με το μεγάλο ρωλόϊ του. Όμοιο καμπαναριό-ρωλόϊ είχε τοποθετηθεί προηγουμένως στο Ναό του Άγ. Μηνά, επί Δημαρχία Φιλ. Καλκάνη κι είναι πάντα σε λειτουργία κι αυτό.
Κατά τις τελευταίες δεκαετίες ιεράτευσαν στο Ναό διαδοχικά, ο ‘’δασκαλόπαπας’’ (ιεροδιδάσκαλος) Γεώργιος Βουκελάτος(1915 -1937), ο μακαριστός παπά-Σπύρος Ρουπακιώτης ( 1938 – 1964), ο αιδεσιμολογιώτατος παπά-Δημοσθένης Παπακωστόπουλος, θεολόγος (1966-1984). *Σήμερα Εφημέριος είναι ο [αιδεσιμολογιώτατος] παπά-Αναστάσης Μεσσήνης, [θεολόγος (1990-)].
[*Συμπλ. Εφημερίου: Το 1985-6 είχε αναλάβει καθήκοντα Εφημερίου ο Ιερέας των Αγίων Αναργύρων αείμνηστος παπα-Νίκος Φραγκούλης και από το 1986-1990 ο Εφημέριος Καλλιγωνίου και Απόλπαινας, επίσης αείμνηστος, παπα-Μανώλης Αρβανίτης. Από τότε (και) μέχρι… *]
Τόσο οι εκάστοτε εφημέριοι του Ναού, όσο κι οι επιτροπεύσαντες κι επιτροπεύοντες λαϊκοί έχουν εκδηλώσει έμπρακτη τη στοργική μέριμνά τους, για την ‘’εις το διηνεκές’’ συντήρησι του Ιερού Τεμένους ( που είναι και υψηλής καλλιτεχνικής αξίας κειμήλιο) σε άριστη κατάστασι.
Στο αρχείο του Ναού φυλάσσεται ιδιόγραφο Μνημόνιο του αείμνηστου ‘’ξυλουργού-εμπειροτέχνου’’, όπως αυτοπροσδιορίζεται, Ξενοφώντα Σάντα. Σαυτό καταγράφονται τα έργα, που ο ίδιος εξετέλεσε ή επόπτευσε, χάριν του Ναού και της περιουσίας του Ναού (Καταστήματα αγοράς) στη διάρκεια της μακρόχρονης θητείας του, ως επίτροπος (1945-1989). Το Μνημόνιο έχει πολλαπλό ενδιαφέρον. Λαογραφικό π.χ., αφού διασώζει τεχνικούς όρους, που σήμερα εκτοπισθήκανε απ την καθομιλουμένη (αμόπετρα, γυαλόθυρα, πόρτα περαστή, τράβο, κιαβέτα κ.λ.π.) και περιγράφει ιδιοφυείς, τεχνικές επινοήσεις ‘’…η στέγη…είναι δίκλινη και με το σεισμό (του 1948) έφυγε η κορυφή της και έκλινε προς…σχεδόν ένα μέτρο και ήταν ετοιμόρροπη…Βάλαμε ένα ξύλο στην πλάκα της άνω οροφής…και το πιέσαμε σιγά-σιγά και με πολλή προσοχή, επί μία ημέρα και εγώ παρακολουθούσα από το ταβάνι…και βάζοντας ξύλα-υποστυλώματα, εκεί απάνω εκρατούσα ολόκληρη τη στέγη να πηγαίνει σιγά-σιγά στη θέσι της και φωνάζοντας στο Βασίλη (ο ξάδελφος, ομότεχνος και συνεργάτης στο παρόν έργο) να προχωρή την πίεσι με το γρύλλο ή να σταματάη, να μη φύγη (προφανώς, η ετοιμόρροπη στέγη!) και πάθωμε καμμιά συμφορά κι εμείς κι ο κόσμος, που περνούσε. Εν τέλει και με τη βοήθεια του Αγίου πήγε στη θέσι της, την ίδια μέρα (η στέγη).
Ενδιαφέρει επίσης από την άποψι της Οικονομικής Ιστορίας (δίνει τιμές της Αγοράς εργασίας και υλικών-1948), όπως και της Τοπικής Ιστορίας ) κατονομάζει συμπολίτες και μη και συμπεριφορές τους κ.λ.π.). Παρόμοιο ενδιαφέρον έχει και η σχετική με το σεισμό του 1974 εξιστόρησι του Μνημονίου, το οποίο τελειώνει με μία πολύ ενδιαφέρουσα τεχνική περιγραφή του Οικοδομήματος και έξαρσι των θετικών χαρακτηριστικών του ποιοτικών υλικών, επιμελημένης εργασίας, αισθητικού αποτελέσματος κ.λ.π.), αλλά και με διαβεβαίωσι της ανιδιοτέλειάς του (του Γράφοντος). ‘’Εγώ, δεν πληρώθηκα και ο Άγιος με βοηθάει γι αυτό’’.
Ο λευκάδιος θεολόγος, συγγραφέας και ανώτερος εκπαιδευτικός Θ. Β. Θερμός, βιογραφώντας τον μακαριστό ιεροκήρυκα της Μητροπόλεως μας Χρυσόστομο Τσακώνα αναφέρεται και στην περίπτωσι του ισχυρού σεισμού της 13 Μαρτίου 1938, κατά την οποίαν ξαναδοκιμάστηκε η αντοχή του Ι.Ναού: ‘’ο περισσότερος κόσμος εκείνη τη βραδυά ήταν συγκεντρωμένος στο Ναό του Αγ.Νικολάου, όπου ο π. Χρυσόστομος είχε βραδυνό κήρυγμα. Ο σεισμός έγινε ακριβώς την ώρα του κηρύγματος…το πλήθος έτρεξε προς τις…θύρες. Μονάχα ο… Χρυσόστομος κράτησε απόλυτα την ηρεμία του …κάλεσε τους ανθρώπους να μείνουν στο Ναό…διότι στους δρόμους θα γίνουν δυστυχήματα και πρόσθεσε, ότι πουθενά δεν είμαστε τόσο ασφαλισμένοι, όσο μέσα στο σπίτι του Θεού.’’