Πίσω < ΙΝ Αγίου Γεωργίου
« …Απάνωθέ τους κάτασπρο το φλάμπουρο του Διάκου
ανέμιζε τρομαχτικό και στο ξεδίπλωμά του
λεβέντης αστραπόμορφος επρόβαινε ο Άη – Γιώργης
με τάγριό του τ΄ άλογο, κρατώντας καρφωμένο
τ΄ άσπλαχνο το κοντάρι του στο διάπλατο λαρύγγι
του φοβερού του δράκοντα, που δέρνεται στο χώμα .. »
(Αριστ. Βαλαωρίτης, « Αθανάσιος Διάκος », Άσμα Τρίτον).
« Εικοστή τρίτη Απριλίου:
Μνήμη του Αγίου και ενδόξου μεγαλόμαρτυρος Γεωργίου του τροπαιοφόρου ».
Ο ένδοξος μεγαλομάρτυρας Γεώργιος ο τροπαιοφόρος συγκαταλέγεται στη χορεία των αγίων της ορθοδοξίας, που κατέχουν εντελώς ξεχωριστή θέση ευλάβειας, τιμής και αγάπης στη συνείδηση ου ελληνικού Λαού. Αλύγιστος στην πίστι Του, περιφρονητής του μαρτυρίου, ακόμη και του θανάτου, πάνω δε στην άνθιση της παγκαλόμορφης νιότης του, στάθηκε πρότυπο κι έμεινε σύμβολο για τις μυριάδες των νέων συμπατριωτών μας, που η πολύπλαγκτη ιστορική μας μοίρα, κατά την ανέλιξη της μακραίωνης εθνικής διαδρομής, τους ζήτησε, τους αξίωσε να πουν «το Μεγάλο Όχι» και το είπαν περήφανα.
Ύστερα είναι και η σύμπτωση της «εορτής και πανηγύρεώς» Του ακριβώς στην κορύφωση της ελληνικής Άνοιξης (στις 23 ή περίπου στις 23 Απριλίου), κοντά – κοντά με το πανευφρόσυνο Πάσχα, τη Λαμπρή του εορτολογίου μας, μια σύμπτωση που εγχαράσσει την ιερή μνήμη Του στη συνείδηση και το υποσυνείδητό μας, συνειρμικά με κάποιες απ΄τις προσφιλέστερες στιγμές μας. Κάτι, που αισθάνεται και διαδηλώνει ο υμνογράφος της Ακολουθίας Του, που μεσ΄ απ΄ το λιτό, αυστηρό ασκηταριό του «σκορπάει» σ΄ αυτή με δαψίλεια «ευωδιαστές, ολόφωτες», επίκαιρες (εαρινές), δίσημες φράσεις. Τόσο όμορφες και τόσο εύστοχες, που αξίζει ν΄ ανθολογηθούν…
Υμνωδεί στο Μικρό Εσπερινό: « Της αληθείας το έαρ λαμπρώς εφέστηκε και νεουργεί την κτίσιν » …
Στο Μεγάλο Εσπερινό: «…Σήμερον γαρ έαρ νοητόν ανέτειλεν ημίν, περκάζον άνθη τα λογικά…» ( περκάζω = γίνομαι πέρκος, σκούρος, παίρνω το ζωηρό μου χρώμα, ωριμάζω ).
Και στον Όρθρο: «…Ανέτειλεν ιδού το της χάριτος έαρ. Επέλαμψε Χριστού η Ανάστασις πάσι και ταύτῃ συνεκλάμπει νυν Γεωργίου του Μάρτυρος η πανέορτος και φωτοφόρος ημέρα. Δεύτε άπαντες λαμπροφορούντες ενθέως, φαιδρώς εορτάσωμεν» …«Σήμερον η οικουμένη πάσα ταις του Αθλοφόρου αυγάζεται ακτίσι και η του Χριστού Εκκλησία τοις άνθεσιν ωραϊζομένη, Γεώργιε βοά σοι…» … «Ιδού σοι και μια τερπνή χελιδών, θεοσύλλεκτε Λαέ, την του έαρος χάριν αναπληροί θαυμαστώς» (αναπληροί = συμπληρώνει) … «Ύμνους, ως ευώδη συλλέξαντες άνθη άλλου παραδείσου, του θεοπνεύστου ψαλτήρος, δεύτε στέφος λαμπρόν ασματόπλοκον τω μάρτυρι πλέξωμεν» … «Έαρ ημίν εξέλαμψεν η λαμπρά του Δεσπότου και θεία εξανάστασις, ταύτη δε συνεκλάμπει του πανενδόξου Μάρτυρος Γεωργίου η μνήμη η φωταυγής, ην φαιδρώς τελέσωμεν» … «Δεύτε την πανέορτον, φαιδράν ένδοξον Ανάστασιν πάντες πανηγυρίσαντες, πάλιν εορτάσωμεν φαιδράν πανήγυριν Γεωργίου του μάρτυρος και στέψωμεν τούτον εαρινοίς άνθεσιν» … Και το θριαμβικώτερο. «Ανέτειλε το έαρ, δεύτε ευωχηθώμεν. Εξέλαμψεν η Ανάστασις Χριστού, δεύτε ευφρανθώμεν του Αθλοφόρου [η] μνήμη τους πιστούς φαιδρύνουσα ανεδείχθη»
Ο υμνωδός προσφέρει 16 (!) φορές τη λέξη φως (απλή ή εν συνθέσει) και τις συγγενικές της (λάμψι, ακτίς κ.λ.π.). Τη λέξι έαρ (και παράγωγά της) 7 φορές. Τέσσαρες φορές τη λέξη άνθος και 5 τη λέξη φαιδρός. Κι ακόμη τις λέξεις χελιδών, παράδεισος (=περιβόλι), ευωχούμαι, ευφραίνομαι κ.λ.π. Μ΄ ένα λόγο, συνθέτει ολόφωτο κι ολόανθο ποιητικό πανηγύρι. Μια υμνωδία οιστρηλατημένη με άνθη, φως, αναστημένη ζωή, ανακαινισμένη Δημιουργία, γιορταστική διάθεση, δοξαστικούς ύμνους.
Ιδιαίτερη ήταν και του λευκαδίτικου λαού η λατρευτική κλίση προς τον άγιο Γεώργιο κι είναι χαρακτηριστική η επισήμανση, ότι από τα 7 μοναστήρια του Νησιού, τα 2 ( των Σκάρων και του Μπισά ) ήταν αφιερωμένα στη Μνήμη Του, όπως κι οι 6 ναοί της Εξοχής (Καλλιγώνι, Καρυώτες κ.λ.π.).
Και δεν αντιφάσκει το γεγονός, ότι στην πόλη της Λευκάδας ο φερώνυμος ναός ιδρύθηκε, μόλις το 1728. Πραγματικά, η εξήγηση βρίσκεται στο ότι κατά το μακρό διάστημα της Τουρκοκρατίας ( 1479 – 1684 ) ο απηνής Κατακτητής απαγόρευσε την ανέγερση χριστιανικών ναών στην πόλι, ενώ ανεχότανε την καθίδρυσή τους (όπως και μοναστηριών) έξω απ΄ αυτήν.
«Η Τουρκοκρατία στο νησί κράτησε δυό αιώνες, ανέστειλε την πρόοδο, αλλοτρίωσε τον τρόπο της ζωής με τη βία και τους διωγμούς, μείωσε τον πληθυσμό και βύθισε τους κατοίκους στο σκοτάδι της απαιδευσίας και στην απόγνωση της φτώχειας».
«Μέχρι (την Ενετοκρατία), η πολυκύμαντη ιστορία της Νήσου, δεν άφηνεν όρια καλλιεργείας των θρησκευτικών, εικαστικών τεχνών. Υπήρχε μόνον η δυνατότης ιδρύσεως μονών, αίτινες, ευρισκόμεναι μακράν των αστικών κέντρων και ενισχυόμεναι υπό ειδικών προνομίων, άτινα τη ανοχή των Τούρκων διετήρουν, ετέλουν εκτός της αμέσου καταπιέσεως των Κατακτητών … Από της Ενετοκρατίας και εντεύθεν ιδρύθησαν και διεκοσμήθησαν όλοι σχεδόν οι μέχρι σήμερον υφιστάμενοι ναοί της Λευκάδος» (πόλεως).
Ο ετοιμοθάνατος συμπατριώτης μας εκείνων των μακρινών χρόνων, ο μακαρίτης Ιάκωβος Νοταράς υπαγορεύει τη διαθήκη του (26–7–1728) στον (τότε) συμβολαιογράφο Ιωάννη Γαβαλά και ζητάει να ταφή στη νεόδμητη (τότε) εκκλησιά του Άη Γιώργη. «… οπού είναι φαμπρικάδα ετούτες τες απερασμένες ημέρες εις ετούτη την χώραν της Αμαξικής» (φαμπρικάδα=κατασκευασμένη, χώρα = πόλη, Αμαξική = το τότε όνομα της πόλης). Και για να είναι τελειωμένος ο Ναός τον Ιούλιο του 1728, η χρονική αφετηρία των σχετικών ενεργειών (παραχώρηση οικοπέδου και άδειας απ΄ τις ενετικές Αρχές, προμήθεια υλικών, ανοικοδόμηση, φιλοτέχνηση τέμπλου και εικόνων) πρέπει να τοποθετηθεί στα 1725, το αργότερο, δηλαδή μόλις 40 χρόνια απ΄ την εγκατάσταση των Ενετών.
Ιδρυτής του Ναού κατονομάζεται ο ιερέας Παναγιώτης Δεβάρης. Οι Δεβάρηδες είχαν έρθει στη Λευκάδα απ΄ την Κεφαλονιά (όπου υπάρχει χωριό Δεβαράτα) και πήραν σημαντική θέση στη νεώτερη ιστορία της Λευκάδας σαν κληρικοί κ.λ.π., κυρίως όμως ζωγράφοι. Στην οικογένεια κατονομάζονται τρεις σημαντικοί ζωγράφοι, μεταξύ των οποίων κι ο Στυλιανός (1745 – 1813), «ένας από τους πέντε καλλίτερους αγιογράφους που έδωσε η Λευκάδα». Πιθανώτατα είναι αυτός, που φιλοτέχνησε τα θαυμάσια Δεσποτικά (= τις τέσσαρες κύριες εικόνες του τέμπλου) του Ναού, αλλά και την παράσταση του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, στην Ωραία Πύλη.
Το 1758 οι κληρονόμοι του παπά – Παναγιώτη μεταβιβάσανε τα σχετικά με το Ναό δικαιώματά τους (που την εποχή εκείνη είχαν και καθαρά οικονομικό ενδιαφέρον) στον ιερέα Ζαχαρία Βεροιώτη. Το 1815, ο γιός του Ζαχαρία Ευστάθιος, ιερέας κι αυτός, ανοικοδόμησε και εξωράϊσε το Ναό κι από «κτητορικό» (= ιδιόκτητο) τον υπήγαγε στο νομικό καθεστώς του «συναδελφικού» (= ν΄ ανήκη σε πολλούς, υπόχρεους να τον συντηρούν «δι΄ ίσων εισφορών» ). Ο τότε συμβολαιογράφος Ν. Δ. Σταύρος κατέγραψε τη δήλωση του παπά – Στάθη. «…θεληματικώς του κατασταίνει εις Αδελφάτο την άνωθεν Εκκλησίαν». «Μια επιτάφια πλάκα στο δάπεδο του Ναού μιλεί για τα περιστατικά (αυτά). Τις σημερινές διαστάσεις του πήρε οΝαός το 1836».
Το 1843 έγινε (από κυπαρισσόξυλο) «Το Τέμπλο του Ναού σε απλή, λιτή, κλασσική γραμμή, έργο του ζακυνθινού Άγγελου (Αντζουλέττου) Αθηνιώτη». Ο σημαντικώτατος, ίσως ο κορυφαίος λευκαδίτης αγιογράφος Ιωάννης Ρούσσος (1779–1851) φιλοτέχνησε στο Ναό τις περισσότερες αγιογραφίες. Την εικόνα του Αγίου Γεωργίου, της Αναστάσεως, των Δώδεκα Αποστόλων, των Δώδεκα Προφητών, τον Εσταυρωμένο «και γύρω (Του) μερικά εικονίδια».
Το Ναό κοσμούν και αγιογραφίες ενός άλλου λευκαδίτη καλλιτέχνη (πολυτάλαντου καλλιτέχνη), του Σπυρίδωνα Γαζή (1835 – 1920). Είναι οι παραστάσεις των μεγάλων ιεραρχών Βασιλείου και Γρηγορίου στα Βημόθυρα και οι αντίστοιχες, μικρές, στρογγυλόσχημες των Βημοθύρων. Τέλος η εικόνα του Ελκομένου, που κρέμεται στο στηθαίο του γυναικωνίτη είναι κι αυτή έργο λευκαδίτη ζωγράφου, του Θωμά-Γεώργιου Πατσαρά (1820; – 1890;).
Ως αρχιτεκτόνημα, ο Ναός είναι απόλυτα συμμορφωμένος στον επικρατούντα στο Νησί τύπο: Πρόκειται για «μονόκλιτη, ξυλόστεγη Βασιλική», μακρόστενη, για καλλίτερη αντιμετώπιση των κινδύνων απ΄ τους σεισμούς, «δεδομένου ότι όσο μικρότερο είναι το πλάτος της εκκλησίας, τόσο ελαφρότερη και στερεότερη είναι η κατασκευή της στέγης». «Ο φέρων οργανισμός είναι λιθοδομή με επίχρισμα εσωτερικά, ενώ εξωτερικά υπάρχει πλήρης επένδυση με ισόδομο, εγχώριο πωρόλιθο στη μια του πλευρά, που αποτελεί βασικό στοιχείο της μορφολογίας του. παρουσιάζει καλλιτεχνική διαμόρφωσι των περιθυρωμάτων, από συμπαγείς λίθινες παραστάδες και κίονες».
Η ουρανία του Ναού έχει «μορφή κόλουρης πυραμίδας», που υποκαθιστά το βυζαντινό τρούλο», τον τρούλο που στη Λευκάδα, με την αυξημένη σεισμικότητα, δεν διανοούνταν οι κτιριοδόμοι να κατασκευάσουν. –