menu close menu

Πίσω < ΙΝ Αγίου Ιωάννη ΑΝΤΖΟΥΣΗ

Ι. ΕΞΩΚΚΛΗΣΙ Αγίου ΙΩΑΝΝΟΥ  Προδρόμου, του Αποκεφαλιστή – ΑΝΤΖΟΥΣΗ

Κατανύσσομαι σημαίνει στην αρχαία (και την καθαρεύουσα) γλώσσα «βαθειά συγκινούμαι και λυπούμαι». Ειδικότερο νόημα παίρνει  στο θρησκευτικό μας λόγο: «συναισθάνομαι βαθειά την αμαρτωλότητά μου, συντρίβομαι ψυχικά και μετανοώ γι αυτήν». Κατάνυξη και προσευχή είναι αξεχώριστα συνδεδεμένες στη ζωή του χριστιανού και αποτελούν «κατ΄ εναλλαγήν» η μια «πρότερον» της άλλης, μέχρι να συμπέσουν στην ψυχή του: άλλοτε η κατάνυξη μας γονατίζει σε προσευχή κι άλλοτε η προσευχή μας οδηγεί στην κατάνυξη. Κι απ΄ τη στιγμή, που θα συμπέσουν  στην ψυχή, τότε ανοίγουν οι ουρανοί κι ο πιστός «μιλάει με το Θεό Πατέρα»…

Η Αγία και Σοφή Ορθοδοξία μας, μας διδάσκει, πως ένα από τα φωτεινά μονοπάτια, που οδηγούν στην κατάνυξη είναι ν΄ ανοίξωμε διάπλατα την καρδιά μας στην ανεπίληπτη ομορφιά της θείας δημιουργίας. Για παράδειγμα, η λειτουργική της προοιμιάζεται σε μια από τις υποβλητικότερες Ιερές Ακολουθίες, τον Εσπερινό, με τον 103ο  ψαλμό, που είναι μια ευλαβική θεώρηση της τάξεως και της αρμονίας της δημιουργίας του Θεού.

Ο μεγαλορρήμων αυτός ψαλμός, αρχίζει με την εκστατική εκφώνηση «Ευλόγει, η ψυχή μου τον Κύριον. Κύριε ο Θεός μου εμεγαλύνθης σφόδρα» κι αφού περιτρέξει με θαυμασμό όλη την πλάση, ουρανό και γή, ήλιο και σελήνη, «όρη τα υψηλά» και τη «μεγάλη και ευρύχωρο θάλασσα» κορυφώνεται στην καταληκτική δοξολογία: «Ήτω η δόξα Κυρίου εις τον αιώνα, ευφρανθήσεται Κύριος επί τοις έργοις Αυτού» . «Και σε πολλές άλλες λειτουργικές ευκαιρίες μας δίνει ποιητικότατους ύμνους του Δημιουργού, για τη Δημιουργία Του. (Αγιασμός των υδάτων…)

Όποιος λοιπόν αποφασίσει προσκυνηματική εκδρομή μέχρι το ξωκκλήσι του «Αη Γιάννη του Αντζούση», «του Αποκεφαλιστή», ας επωφεληθεί απ το ιερό μάθημα. Ας επιχειρήσει το προσκύνημα πεζή. Η διαδρομή, δεν έχει μεγάλη διάρκεια΄ στην (όχι υποχρεωτική) ολοκλήρωσή της δεν ξεπερνάει τα 10 χιλιόμετρα, αλλά προσφέρει γοητευτικές στάσεις, για ξεκούραση, για αναψυχή. Εξάλλου, είναι τόσο συναρπαστική η ποικιλία της υπέροχης ομορφιάς της, ώστε δεν καταλαβαίνει κανείς την κούραση της πεζοπορίας.

Υπέροχη ομορφιά… Όλες τις εποχές του Χρόνου κι όλες τις ώρες του 24ώρου, από όλες τις δυνατές (κι είναι πολλές) προσβάσεις. Ωστόσο εδώ θα « ιχνογραφηθεί » μια απ τις πλείστες (το παρόν χρονικό, δεν επιτρέπει ευρύτερη ενασχόληση) και σε χρονική στιγμή, που θα αποτελούσε την προτίμηση των περισσότερων. Αύγουστο μήνα, ώρα ορθρινή.

Αφετηρία η Πόλη, αρχική κατεύθυνση και πρώτη στάση το εξοχικό κέντρο στον Κουζούντελη. Η συνέχεια στη «λεωφόρο Πεφανερωμένης», μέχρι τους πρόποδες του Φρυνιού, όπου η ήπια κατηφοριά και το ξωκκλήσι της Αγίας Αικατερίνης και πιο κει η εκκλησιά των Αγίων Αποστόλων. Προχωράμε προς τη θάλασσα, μέσ’ απ’ το μυσταγωγικό ελαιώνα, το «θείο Ελαιώνα» του Σικελιανού. Περί το τέρμα, όπου και το κτήμα Σταύρου, το πράσινο αλλάζει.

Οι γκριζοπράσινες ελιές αραιώνουν και το τοπίο κυριεύεται από το χρωματικό πανηγύρι της πιο ποικίλης, της πιο γιορταστικής χλωρίδας: Δάφνες, κουμαριές, μυρτιές, σκίνα, αγράμπελες, ρούσκλα κι αγριολούλουδα… κι αγριόχορτα… σε αξιολάτρευτη «αντίθεση» με την υψίκορμη ανάταση των στοχαστικών κυπαρισσιών.

Πιο πέρα, στα δεξιά μας διακρίνομε το Ναΐσκο  του προσκυνήματός μας, «αλλά προσπερνάμε το κεφαλόσκαλο της σκαμμένης στο βράχο σκαλίτσας, που οδηγεί σ΄ αυτό».  Δεν έχομε ακόμη ολοκληρώσει την ψυχική προετοιμασία μας για το προσκύνημα, δεν έχομε συμπληρώσει τους αναβαθμούς του εξαγνιστικού κάλλους που η Θεία Πρόνοια  μας έχει εδώ προορίσει. Και προχωράμε…

Το βήμα, όσο πιο γίνεται αργότερο, για να προφταίνουν ψυχή και νους να «κοινωνούν» την ουράνια ευεργεσία, που τους προσφέρεται εδώ αφειδώλευτα.

«Ο κόσμος στη χαρά του – είν΄ ανθοστόλιστη εκκλησιά,

κι εδώ μας παραστέκει – Εκείνος που την έχτισε, για να Τον προσκυνούμε».

Ανάμεσα στις σφίζουσες φυλλωσιές, το μάτι «γεύεται» την άσπιλη λευκότητα της ατελεύτητης αμμουδιάς και τη στραφταλιστή, γαλάζια απεραντοσύνη του Ιονίου, κάτω απ΄ τον απειροδιάστατο ουράνιο θόλο. Είν’ εδώ που ο Ποιητής (Σικελιανός) αισθάνεται την τρίσβαθη ανάσα του να «γαληνεύει, ως τον άμμο βαθειά του» και χαίρεται στην άπλα της «τη θάλασσα πάσα», που «σε ψηλοθόλωτο κύμα – την υψώνει το απέραντο χάδι». Γι αυτήν εδώ την τοποθεσία έχει γραφεί, χωρίς καμιά υπερβολή, πως «δεν υπάρχει άλλη στη Λευκάδα, που να έχει τόσο πολύ φωτογραφηθεί ή αποτυπωθεί σε καμβάδες ζωγράφων»!

Σ΄ αυτό το μοναδικό και ειδυλλιακό φυσικό περιβάλλον, με το κάτασπρο και θελκτικό Εκκλησάκι, τον ασκητικό Πρόδρομο στην υποδοχή και μιαν ατμόσφαιρα που – μέσα στην λιτότητά της – υποβάλλει τους πάντες, οι προσκυνητές και επισκέπτες θα «συνομιλήσουν» απλά και μυσταγωγικά όχι μόνο με τον ταπεινό Ιησού και τους πρωτεργάτες της τοπικής Εκκλησίας Του, αλλά και με τόσες παλιότερες και νεότερες υπάρξεις που άφησαν ζωντανά τα ίχνη της εποχής και του πολιτισμού τους στον ιερό αυτό χώρο…»

…  «Κατανενυγμένοι» πλέον, αισθανόμαστε σφοδρή την ανάγκη της προσευχής. Επιστρέφομε προς τη λαξευτή σκαλίτσα κι αυτή μας φέρνει στο υποβλητικό ημίφως του παμπάλαιου και σιωπηλού Ναΐσκου…

Σ΄ αυτό ακριβώς, το βορειοδυτικότατο άκρο της Λευκάδας πρωτακούστηκε ο σωστικός λόγος του Ευαγγελίου, πολύ ενωρίς, μόλις μετά το 64 από Χριστού γεννήσεως. Ο μέγας Απόστολος των Εθνών, ιδρυτής της Ελλαδικής Εκκλησίας, ο Πρώτος μετά τον Ένα, ο ουρανοβάμων Παύλος ξεχείμαζε τότε στη Νικόπολη. Όχι βέβαια, για το ήπιο κλίμα της, αλλά γιατί σ΄ αυτή τη νεόχτιστη, δίκαια καταραμένη στο βαλαωριτικό στίχο («κουφάρι, με κουφάρια – συντρίμμια με συντρίμματα»)

μεγαλούπολη πλεόναζε η ρωμαϊκή αλαζονεία, η παθιασμένη επιδίωξη του πλούτου και των κατώτερων απολαύσεων, αλλά και η διακίνηση νέων ιδεών.

Κι ο ακατάβλητος, ατρόμητος Οδηγητής, ακριβώς κάτι τέτοιες πολύβουες, αντιφατικές σφηκοφωλιές προτιμούσε, για ν΄ αναμετρηθεί με την πανάρχαιη, συνομήλικη του Κάϊν, αμαρτωλότητα. Κι εκεί, μέσα στα ψυχικά αποκαῖδια ανασκάλευε κι ανακάλυπτε τις σπίθες της αρετής, που στη συνέχεια αναδείκνυε σε έκπαγλους διαφωτιστικούς πυρσούς: «Εν κόπω και μόχθω, εν αγρυπνίαις πολλάκις, εν λιμώ και δίψει, εν νηστείαις πολλάκις, εν ψύχει και γυμνότητι. Υπό Ιουδαίων πεντάκις τεσσαράκοντα παρά μίαν έλαβον, τρις ερραβδίσθην, άπαξ ελιθάσθην, τρις εναυάγησα, νυχθημερόν εν τω βυθώ πεποίηκα. Οδοιπορίαις πολλάκις, κινδύνοις ποταμών, κινδύνοις ληστών, κινδύνοις εκ γένους, κινδύνοις εξ εθνών, κινδύνοις εν πόλει, κινδύνοις εν ερημία, κινδύνοις εν θαλάσση,  κινδύνοις εν ψευδαδέλφοις».

Λοιπόν ο Παύλος, από τη Νικόπολη έστειλε απέναντι στο νησί της Λευκάδας – ίσως παρακινούμενος από μέλη της πολυπληθούς λευκαδίτικης παροικίας – το συνεργάτη και συνοδό του Απόστολο Ακύλα», για να κηρύξει τη νέα Πίστη. Το πλοίο που ταξίδεψε  τον ιερό απεσταλμένο «έπιασε» εδώ, στη σημερινή παραλία του Άη Γιάννη, όπου κατά την αρχαιότητα υπήρχε διαμορφωμένο λιμάνι, που χρησίμευε για την επικοινωνία με το βόρειο Ιόνιο.

«Σε ένα σπήλαιο της παραλίας, λόγω του Χειμώνα, ο Ακύλας συγκέντρωσε το πλήθος των ανθρώπων, που ποθούσαν ν  ακούσουν τη νέα διδασκαλία. Όσοι απ’  αυτούς πίστεψαν, έκαναν τη μικρή εκείνη σπηλιά τόπο προσευχής και λατρείας», όπου ο ίδιος ο Παύλος «τέλεσε αργότερα την Ευχαριστία», μαζί με τον Απόστολο (εκ των 0΄) Ηρωδίωνα και τον πρώτο επίσκοπο Λευκάδας Σωσίωνα.

Ο ταλαντούχος νέος, λευκαδίτης υμνογράφος «Ιωάννης Αναγνώστης ο Ζαμπέλης», τώρα Αρχιμανδρίτης Ιωαννίκιος, εμπνεύστηκε και συνέθεσε  (2004) πλήρη «Ακολουθία του Αγίου Ενδόξου Αποστόλου Ακύλα, πρώτου κηρύξαντος εν Λευκάδι τον λόγον της Αληθείας, ψαλλομένην τη 14η  του μηνός Ιουλίου εν τω ιερώ σπηλαιώδει Ναώ του Αγίου Ιωάννου Αντζούση».

Στο απολυτίκιο που εμπεριέχεται στην Ακολουθία, όπως και σε δεύτερο απολυτίκιο, που εξυμνεί και τους τέσσαρες, ιερούς πρωταγωνιστές της διαδόσεως του χριστιανισμού στη Λευκάδα καταγράφεται με τη θαυμαστή επιγραμματική πυκνότητα της βυζαντινής, υμνογραφικής παράδοσης, όλο το ανωτέρω ιστορικό.

«Φως ενήστραψε θεογνωσίας, σκότος άθεον διασκεδάσας, εν Λευκάδι Ακύλας ο ένθεος΄ και ευσεβείας σαργάνῃ χρησάμενος, ιχθύων πλήθος προς πίστιν εζώγρησεν. Τούτον άπαντες συμφώνως ύμνοις τιμήσωμεν, αυτού βίον τον άγιον μιμούμενοι». Και

«Πλάνην δύσθεον καταλιπόντες, Ηρωδίωνος διδασκαλία και Ακύλα παραινέσει επώφθησαν των λευκαδίων χοροί. Ους μιμούμενοι, τους Αποστόλους εν ύμνοις τιμήσωμεν και Σωσίαν, Λευκάδος πρώτον επίσκοπον. Οί (οι οποίοι) του Παύλου στοιχούντες ρήμασι, φωτί της Αληθείας ημάς ηύγασαν»…

Πολύ – πολύ αργότερα, στα χρόνια (1331) των Φράγκων κατακτητών της Λευκάδας, των ντ΄ Ανζού (Ανδεγαυών ή Ανδηγαυών), το αγιασμένο Σπήλαιο, που στη διαδρομή των αιώνων είχε καθιερωθεί και παρέμενε Προσευχητάριο, διαμορφώθηκε από τους Ανζού σε Ναίσκο του Άη Γιάννη του Προδρόμου (του «Αποκεφαλιστή», όπως τον λέει ο λαός μας, παραφθείροντας τη μετοχή «Αποκεφαλισθείς»), όπου ασκούσαν τη λατρεία τους. Και από το «ντ΄ Ανζού» διαμορφώθηκε το τοπωνύμιο «Αντζούσης». «Άη Γιάννης των Ανζού».

   ;   [  Όσον αφορά την ονομασία «Αντζούση» «κυκλοφορεί» και μια δεύτερη εκδοχή που έχει να κάνει με την θέση του Ναίσκου σε αναφορά με την ευρύτερη περιοχή.

Ο Άη Γιάννης ευρίσκεται στην άκρη (του κάμπου και του νησιού), όπως και η «άντζα» αποτελεί την άκρη του ποδιού.  ] ;  (Αυθαίρετη, υπό αίρεση πάντοτε, συμπλήρωση του Εφημερίου, με βάση την άποψη-άκουσμα;-της φιλολόγου και τέως Διευθύντριας του ιστορικού αρχείου κ. Ελένης Γράψα)

Από τον 16ο  αιώνα το Ναίδριο έγινε Μετόχι του (σχετικά κοντινού) Ναού της Παναγίας «της Γύρας» (δηλ. του Ναού, που βρίσκεται στη θέση «Γύρα»), μέχρι που το 1915, με βασιλικό Διάταγμα (ΦΕΚ 425/16-1-1915) κι αυτός ο Ναός (της Παναγίας κ.λ.π.) υπήχθη στον Ι. Ναό του Αγίου Νικολάου της Πόλης (Λευκάδας), συνεφέλκοντας και το Ναίδριο. Από τότε και τα δυό Ξωκκλήσια είναι «Μετόχια» του Ι. Ναού του Αγίου Νικολάου.

Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο τ΄ Άη – Νικόλα διαφυλάσσει το συγκινητικό (για την ευτέλεια της απαριθμήσεως) από 26 Αυγούστου 1916 «Πρωτόκολλο παραδόσεως και παραλαβής της κινητής και ακινήτου περιουσίας» του Ναΐσκου, γραμμένο σε άψογη καθαρεύουσα κι αλάθητη ορθογραφία, πιθανώτατα από τον (συνυπογράφοντα) τότε Εφημέριο, μακαριστό ιεροδιδάσκαλο Γεώργιο Βουκελάτο.

«…Εν τω Αγίω Βήματι…δύο στολάς αμφίων, πλήρεις, μεταχειρισμένας…  Δισκοπότηρον μετά των εξαρτημάτων αυτού εκ κοινού μετάλλου…και έτερον ποτήριον μετά δισκαρίου άχρηστα, εξ ορειχάλκου… Ευαγγέλιον χαρτόδετον… επιτραχήλιον στάμπινον…δύο ζεύγη επιμανικίων και δύο ζώναι εκ κοινού υφάσματος … μία φυλλάδα λειτουργική…

Εν τω κυρίω Ναώ, επί του λιθίνου εικονοστασίου τρία Δεσποτικά του Χριστού, της Παναγίας και του Αγίου Ιωάννου, εις καλήν κατάστασιν. Είκοσι τεμάχια ταμάτων αργυρών …

Εν τω Νάρθηκι προσκυνητάριον ξύλινον, φέρον την εικόνα της Αποτομής της Κεφαλής του Αγίου Ιωάννου. Εν επιτροπικόν (κομό), εν ώ φυλάσσονται τα ανωτέρω άμφια και ιερά σκεύη. Ακίνητος περιουσία. Δύο κελλιά, συνεχόμενα μετά του Ναού, δια την παραμονήν των επισκεπτών ..».

Περισσότερο ενδιαφέρον έχει η κατονόμαση/ι της ακίνητης περιουσίας, όπου η μεν απαρίθμηση είναι εξίσου ευτελής (σύνολο ελιές16), αλλά διασώζεται περιγραφή του Ναού και της περιοχής του, ώστε μαζί με τα «παρά πόδα», χαριτωμένα στην αδεξιότητά τους, δύο σκαριφήματα, έχομε πλήρη εξεικόνιση.:  «προς το Ανατολικόν μέρος του Ναού μικρά έκτασις κατάφυτος εκ κυπαρίσσων μικρών, 30 περίπου τον αριθμόν, εις την βάσιν της οποίας κείται το κωδωνοστάσιον εκ λίθου, μετά του κώδωνός του. Προς το Βόρειον μέρος του Ναού είναι κήπος εκτάσεως δύο κιλών, περίπου,  περιέχων διάφορα δένδρα, περικλειόμενος δια λιθίνου περιβόλου. Εις τα Δυτικά του κήπου τούτου υπάρχει φρέαρ».

Με την επιστημονική ορολογία, αποδίδονται στο αρχιτεκτόνημα τα εξής χαρακτηριστικά: Εκκλησία μονόκλιτη, κεραμοσκέπαστη (κεραμίδια βυζαντινά), βασιλική, σφηνωμένη «εν μέρει σε εσοχή του βράχου» … «φέρον οργανισμός αργολιθοδομή με αδρό επίχρισμα εσωτερικά και εξωτερικά και ανάντι ημικυκλικά ανοίγματα», «χαμηλό καμπαναριό στην άκρη του Ναίσκου, διακοσμητική ταινία (από σφηνωμένα κεραμίδια) στη στέψη της οικοδομής και λίθινο πεζούλι κολλημένο στην εξωτερική παρειά του βόρειου τοίχου»

Το δάπεδο πλακόστρωτο σε δύο επίπεδα , διακοσμημένα το καθένα με ανάγλυφο, δικέφαλο αετό.

Τα δύο κελλιά του Πρωτοκόλλου είχαν καταληφθεί  από τους ιταλούς Κατακτητές (941-1943), που προσθέσανε μάλιστα μικρό αχούρι (εκεί σταυλίζανε τα 3-4 άλογα τους) ανάμεσα στην αυλή και στον κήπο. Κι ακόμη , μικρή σκάλα, σε επαφή με την ανατολική πλευρά του αχουριού.

Απ’ τα δυο κελιά, το ένα το γκρεμίσανε (διακρίνονται καθαρά τα ίχνη/διαστάσεις του μέχρι σήμερα) και το άλλο το χρησιμοποιούσαν για φυλάκιο. Ο επικεφαλής κοιμότανε στο Ναΐδριο, μέχρι που (όπως ο ίδιος διηγήθηκε) είδε σε όνειρο την Παναγία Θεοτόκο, που τον διέταξε να πάψει την ιερόσυλη συμπεριφορά του.

Όπως είναι ευκολονόητο, η κοντινή, αλλά  και ευρύτερη, εδώ περιοχή, (προσφιλές θέμα της χαρισματικής, αυτοδίδακτης φωτογράφου Θεοδώρας Γεωργάκη) η περιοχή «του Άη Γιάννη» (έτσι προσδιορίζεται από τους ντόπιους, που παραλείπουν στην κουβέντα τους το «Αντζούσης») συμμερίστηκε πάντα την πολιτική και φυσική ιστορία του Νησιού και ιδιαίτερα της Πόλης, στην περιφέρεια της οποίας και περιλαμβάνεται διοικητικά, κτηματολογικά κ.λ.π. Έτσι π.χ. στη διάρκεια της φοβερής επιδημίας του 1913, μεταφερότανε εδώ οι δύστυχοι χολεριασμένοι και νοσηλεύονταν στα κελλιά, όσοι δε πέθαιναν, θάβονταν στον κήπο.
Παραδίδεται, μάλιστα, ότι ο τότε ένοικος της γειτονικής αγρεπαύλεως, ο μακαρίτης Ανδρέας Απ. Σταύρος, έδινε πρόσθετη, επιπλέον της καταβαλλόμενης από τη Δημοτική Αρχή, αμοιβή στους νεκροθάφτες, για να σκάβουν βαθύτερα τους τάφους, ώστε να μετριάζεται ο κίνδυνος μεταδόσεως του λοιμού.*

*(διχογνομία  της κ. Ελένης Γράψα περί λοιμού το 1913) – ………………………………………………………………………………………………..

Στην πρόσφατη εθνική δοκιμασία της τριπλής κατοχής η περιοχή όλη, το δασωμένο βουνό, ο γειτονικός ελαιώνας, η απέραντη αμμουδιά με τις θαλασσινές σπηλιές της, αλλά  (μετά την ιταλική Κατάρρευση – 1943) κι ο ίδιος ο Ναίσκος με τα «σώγυρά» του, είχαν γίνει καταφύγιο των Αντιστασιακών. Μάλιστα μερικοί εξοικειωμένοι με τη θάλασσα είχαν βρεί διέξοδο από δω προς Ακαρνανία, σε πρωτότυπη σχεδία, δυό ασκιά φουσκωμένα, καθώς ο Δίαυλος φρουρούντανε «πιθαμή προς πιθαμή». Παρόμοια «τεχνική» είχαν μετέλθει οι ασυγκράτητοι, στον πατριωτισμό τους» λευκαδίτες, στα Μεγάλα χρόνια του «21», για να διαρρήξουν την αγγλική απαγόρευση και μετάσχουν στην Εθνεγερσία!

Μετά την παρατεταμένη, εδώ παραμονή, που χαρίζει αναψυχή «κατ΄ άμφω», ή επιστροφή, με νέα στάση στο ξωκκλήσι της «Παναγίας της Γύρας» κι ενώ η περασμένη ώρα έχει λαμπρύνει το δειλινό ουρανό με υπερκόσμια φαντασμαγορία, όπως στο στίχο του Γ. Γρηγόρη: «χρυσάφια δύσες … μαρμαρυγές, πλημμύρα – του ήλιου θησαυρισμοί – βάθη γλαυκά!»…

Από δω, τελευταία στάση στον «αείρροο» συγκοινωνιακό κόμβο της πλωτής γέφυρας, πλάϊ στο «Κάστρο το βενέτικο» κι από κει στο τέρμα, την Πόλη …

Απολυτίκιο Αγίου Ιωάννου Προδρόμου

Μνήμη δικαίου μετ΄ εγκωμίων, σοι δε αρκέσει η μαρτυρία του Κυρίου Πρόδρομε. Ανεδείχθης γαρ όντως και προφητών σεβασμιώτερος΄  ότι και εν ρείθροις βαπτίσαι κατηξιώθης τον κηρυττόμενον. Όθεν της αληθείας υπεραθλήσας, χαίρων ευηγγελίσω και τοις εν Άδη Θεόν φανερωθέντα εν σαρκί, τον αίροντα την αμαρτίαν του κόσμου και παρέχοντα ημίν το μέγα έλεος.