Πίσω < ΙΝ Αγίου Δημητρίου
Ι. Ν. Αγίου Δημητρίου
Ο ιστορικός Α. Ε. Βακαλόπουλος (Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. Α΄, σ. 274) λέει για την αποφράδα, την καταραμένη 29η Μαΐου 1453, ότι «αποτελεί για την ιστορία του Ελληνικού Έθνους τη συμβατική αρχή της περιόδου της Τουρκοκρατίας» γιατί την ημέρα εκείνη αλώθηκε η Πόλη. Η Πόλη, «η κοινή των Ελλήνων εστία, η διατριβή των Μουσών, η της επιστήμης απάσης διδάσκαλος, η των πόλεων βασιλίς».
Ακολούθησαν οι βαρείς και ασήκωτοι, μακροί «χειμώνες», η ατέλειωτη «ασέληνη νύχτα» της σκλαβιάς, («κι είν΄ ο χειμώνας άσωτος κι η γη ένας τάφος είναι» λέει ο ένας Ποιητής Παλαμάς – «πικρής σκλαβιάς χειροπιαστό σκοτάδι» λέει ο Άλλος Πολέμης), που ο γενναίος Λαός μας τους ξεπέρασε απροσκύνητος, με κύριο στήριγμά του την Ορθοδοξία μας, όπως δέχονται σχεδόν όλοι οι ιστορικοί της Περιόδου, τεκμηριώνοντας την παραδοχή τους με πλήθος στοιχεία, όπως ιστορικά γεγονότα, αποκαλυπτικά της βαθειάς θρησκευτικότητας των πρωταγωνιστών τους.
Ο Παλαιολόγος με τους συμπολεμιστές του, την παραμονή της Αλώσεως, της ύστατης προσπάθειας , όπως και οι ίδιοι οι υπερασπιστές του Μεσολογγιού την παραμονή της Εξόδου, ο Κανάρης την παραμονή της ανατίναξης της τουρκικής ναυαρχίδας, κοινωνήσανε τα Άχραντα Μυστήρια για να ενδυναμωθούν στην ύψιστη δοκιμασία τους. Ο Κολοκοτρώνης πριν το Βαλτέτσι εξομολογήθηκε με δάκρυα στο γειτονικό ξωκκλήσι της Παναγίας Χρυσοβίτσι. «…έκλαιγα την Ελλάς. Παναγία μου βοήθησε και τούτην την φοράν τους Έλληνας διά να εμψυχωθούν» αφηγήθηκε στον Τερτσέτη. Ο Μακρυγιάννης αυτοβιογραφείται και «δίνει» το αγωνιστικό ξεκίνημά του. «…έκρινα εύλογον να προστρέξω εις τον Άη Γιάννη … Μπαίνω την νύκτα μέσα εις την εκκλησίαν του και κλείνω την πόρτα. .. Και τον περικαλώ να μου δώσει άρματα καλά και ασημένια…».
Αυτή, η κρατούσα (και τεκμηριωμένη) γνώμη της Ιστορικής Επιστήμης… Ωστόσο υπάρχουν και ιστορικοί, που αντιλέγουν. Εμείς, οι μη ειδικοί, οι μη ιστορικοί, ποια άποψη να ακολουθήσωμε; Εκείνη «της αρεσκείας» μας; Για ζήτημα τόσης σημασίας, τόσο μεγάλης σημασίας, η «αρέσκεια» είναι ασυγχώρητη. Θα ακολουθήσωμε την κατά την υπεύθυνη κρίση μας ορθή άποψη. Έχομε όμως την απαιτούμενη κριτική οξυδέρκεια και την απαιτούμενη πληροφόρηση, γνώση; Η απόκριση είναι ανενδοίαστα καταφατική. Πρόκειται για Αλήθεια, τόσο προφανή, ώστε για το «εγχείρημα» αρκεί η κριτική οξυδέρκεια και γνώση, που διαθέτει η μέγιστη πλειοψηφία των Ελλήνων, αρκεί να ακολουθηθεί συλλογιστική (και ορολογία), που θα θυμίζει κάπως τις «παραδοξότητες» των Κατά Χριστόν Σαλών. Συγκεκριμένα, για πληροφόρησή μας είναι αρκετή η συνηθισμένη γνώση, που οι περισσότεροι διαθέτομε, τόσο για τη Λειτουργική της Ορθοδοξίας μας, όσο και για τη Νεότερη Ιστορία του ΄Εθνους μας…
Ο αγιασμένος ρόλος του Ορθόδοξου Ναού μας, με τα Ιερά Δρώμενα, που εξελίσσονταν (και εξελίσσονται) «υπό την σκέπην Του», στέγαζε για χάρη του υπόδουλου Ελληνισμού ευλογημένο «προπαγανδιστικό μηχανισμό» (διαβάζοντας τον όρο θυμόμαστε την επίκληση «κατά/δια Χριστόν Σαλοί»),που πρόσφερε στον εξουθενωμένο και απεγνωσμένο Έλληνα ραγιά αυτοεκτίμηση, άρα και αυτοπεποίθηση κι ακόμη του προσέφερε αισιοδοξία. Αυτοεκτίμηση-αυτοπεποίθηση-αισιοδοξία ήταν απαραίτητοι, «ουκ άνευ», όροι για την επιβίωση του ΄Εθνους. Και η προσφορά συντελούνταν με τον αποτελεσματικώτερο τρόπο, δηλαδή με το κύρος της θρησκευτικής πίστης, ως δογματική διαβεβαίωση.
Πιο συγκεκριμένα, ο σωτήριος φρονηματισμός συντελούνταν κυρίως (μετήλθε και άλλους δρόμους η Εκκλησία) με τη Θεία Λατρεία. Το μεγαλύτερο μέρος των Ιερών Κειμένων, που ακούονται (απαγγέλλονται ή ψάλλονται) στη διάρκεια των Ιερών Ακολουθιών, προέρχονται ή εμπνέονται από την Καινή (Ευαγγέλια, Απόστολοι κ.λ.π.) ή Παλαιά Διαθήκη (Πεντάτευχος, Προφητείες κ.λ.π.) ή υπαγορεύονται από τη χιλιόχρονη, αδιατάρακτη (συνήθως…) συμπόρευση Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και Πρεσβυγενών Πατριαρχείων.
Και οι δύο Διαθήκες (σε μεγαλύτερο βαθμό η Παλαιά) διατρέχονται από το δόγμα του Περιούσιου Λαού. Ο Γεχβά [*Γιαχβέ;] απευθυνόμενος στον Ισραήλ αυτοδεσμεύτηκε. «Είσαι ο πρωτότοκός μου, είσαι ο λαός της προτίμησής μου. Αν τηρείς τις εντολές μου, θα ζεις ευτυχισμένος στη Γη της Επαγγελίας, που σου χαρίζω. Αν τις παραβιάσεις θα δυστυχήσεις, θα σκλαβωθείς απ΄ τους γείτονές σου, θα συρθείς σε πικρή αιχμαλωσία, Για να λυτρωθείς θα πρέπει να με εξιλεώσεις με την ειλικρινή μετάνοια σου. Η τελευταία σου ευκαιρία». [* παρέμβαση εφημερίου]
Κατά τη διδασκαλία της Εκκλησίας, ο Ισραήλ αθέτησε τη Διαθήκη, το Ιερό Συμβόλαιο κι ακολούθησαν οι συνέπειες. ΄Εχασε τη Σιών, υποδουλώθηκε, αιχμαλωτίστηκε. Και δεν μετανόησε. Κάτι τρισχειρότερο, φορτώθηκε την ευθύνη της φρικτής Χριστοκτονίας. ( «Το αίμα αυτού εφ ημάς και επί τα τέκνα ημών».) Συνέπεια: Στερήθηκε για πάντα τη Θεία Εύνοια που πέρασε στο Νέο Ισραήλ, στους χριστιανούς, τα τέκνα της Εκκλησίας, κατ΄ εξοχήν μάλιστα στους ορθοδόξους χριστιανούς, που διατηρούμε την Θεία Διδασκαλία-Πίστη άχραντη, άπεφθη. «Οι Προφήται, ως είδον, οι Απόστολοι ως εδίδαξαν, η Εκκλησία ως παρέλαβεν, οι Διδάσκαλοι ως εδογμάτισαν, η Οικουμένη ως συμπεφώνηκεν, η Χάρις ως έλαμψεν».
Αυτό το δόγμα, εφαρμοζόμενο στην ιστορική περίοδο της μαύρης Τουρκοκρατίας έπαιρνε την ακόλουθη διαμόρφωση, οδηγούσε στην ακόλουθη παραδοχή.
«Κι εμείς οι Ορθόδοξοι του Βυζαντίου, ο Νέος Ισραήλ, εξεπέσαμε σε επίμονη αμαρτωλότητα κατά την τελευταία περίοδο της (διεφθαρμένης πλέον) Αυτοκρατορίας μας, γιαυτό και τιμωρηθήκαμε, καταντήσαμε σκλάβοι των ανελέητων τέκνων της Άγαρ. Όμως η φρικτή σκλαβιά μας , μάς οδήγησε σε ειλικρινή μετάνοια. Πλήθος οι νεομάρτυρες, που χύνουν καθημερινά το τίμιο αίμα τους για την Αγία Πίστη μας. Ειλικρινά μετανοιωμένοι και εξιλεωμένοι, «δικαιούμαστε» τη λευτεριά μας, ο Δικαιοκρίτης Θεός θα μας την αποδώσει».
Αυτοεκτίμηση-αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία καλλιεργούνταν και από το μέρος της βυζαντινής υμνολογίας, το εμπνευσμένο από τη συμπόρευση των Πατριαρχείων με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Τους κοινούς στόχους, αγώνες, κινδύνους, νίκες, ήττες κ.λ.π. Πλήθος τα εμπνευσμένα από αυτήν την «κοινωνία» τροπάρια, όπως τα πασίγνωστα και λαοφιλέστατα «τη Υπερμάχω Στρατηγώ…», «Σώσον Κύριε τον Λαόν Σου…» κ.λ.π., ιδίως τα θεοτοκία, αφού στην Κυρία Θεοτόκο κατεξοχήν εναπέθεσε από αιώνες ο Ελληνισμός τις ελπίδες του. «… θαρσείτω τοίνυν, θαρσείτω Λαός του Θεού και γαρ Αυτός πολεμήσει τους εχθρούς, ως παντοδύναμος», «Σώσον τον Λαόν Σου Κύριε…κατ΄εχθρών τω Βασιλεί χαριζόμενος …», «… τω Κόσμω την ειρήνην βράβευσον, Σωτήρ και τω Βασιλεί την νίκην δώρησαι κατά βαρβάρων δυσμενών…». Σ΄ όλην αυτή την υμνολογία υπερτονίζεται η πίστη ότι ο βυζαντινός Έλληνας, στη συνέχεια και το παιδί του βυζαντινού ΄Ελληνα, δηλαδή ο ΄Ελληνας ραγιάς είναι τέκνο του Θεού, έχει την ενίσχυση, τη θεία προστασία και συμμαχία, άρα μπορεί να τολμά, μπορεί και νάναι βέβαιος, για την τελική δικαίωση, κατίσχυσή του, μπορεί και πρέπει να αισιοδοξεί.
Η Λειτουργική, οι Ιερές Ακολουθίες της Εκκλησίας μας υπήρξαν και «Αντιστασιακά Σπουδαστήρια» (τον όρο συγχωρεί η επίκληση των «Κατά Χριστόν Σαλών»), γιατί συντελούσαν αποφασιστικά στη διαπαιδαγώγηση των πιστών, ώστε να αποκτήσουν αγωνιστικό ήθος. Η Εθνική Αντίσταση των υπόδουλων Ελλήνων είχε μεγάλη ανάγκη από ήρωες, περιφρονητές των κινδύνων, ακόμη και των θανάσιμων κινδύνων. Η Λειτουργική της Ορθοδοξίας χάλκευε (και χαλκεύει) το θαυμάσιο φρόνημα, που ξεπερνάει το φόβο, όταν διακινδυνεύονται «τα όσια και τα ιερά». Το απειράριθμο Ιερό Μαρτυρολόγιό Της, όπως σκιαγραφείται καθημερινά, κατά την ακρόαση των «συναξαρίων» και της Ιερής Υμνολογίας, αλλά και όπως προβάλλεται από την Ιερή Εικονογραφία, έδινε (και δίνει) τη διαβεβαίωση, πως ο καθένας μας μπορεί και οφείλει να φθάσει στο ύψος των Ηρώων της Θρησκείας μας, που «κατηγωνίσαντο Βασιλείας», άνθρωποι οι ίδιοι «καθημερινοί», απλοί, σαν κι εμάς, «κάποιοι από μας», βγαλμένοι απ΄ τη μάζα της κάθε ηλικίας, του κάθε επαγγέλματος, της όποιας σωματικής διάπλασης. Με τα ίδια αισθήματα του άλγους ή της ηδονής, τα ίδια συναισθήματα στοργής, αγάπης αποστροφής, τις ίδιες φιλοδοξίες για οικογενειακή γαλήνη, κοινωνική ανάδειξη κ.λ.π., κ.λ.π. Που όμως, όταν χρειάστηκε να τιμήσουν το θρησκευτικό ήθος τους, ορθώθηκαν πάνω από τα ανθρώπινα όριά τους, ψηλότερα από τις ανθρώπινες αδυναμίες τους, πρόσφεραν το σώμα τους στις οδυνηρότερες δοκιμασίες, στέρησαν τη στοργή τους από αγαπημένα πρόσωπα, παραδίνοντας τη ζωή τους στο δήμιο, κατατρόπωσαν το απαίσιο σκιάχτρο του θανάτου, έγιναν τόσο Άνθρωποι (το αρχικό Κεφαλαίο) που έπαψαν νάναι άνθρωποι. Απ΄ αυτό το υπέροχο πρότυπο, απ΄ αυτή την έμπρακτη πιστοποίηση εγκαρδιώνονταν και ο απειλούμενος ραγιάς. «Κι εγώ το μπορώ, όπως Εκείνοι», σκέφτονταν κι αναδέχονταν τη δοκιμασία, καθώς μάλιστα αισθανόταν διφυή την Αντίστασή του «υπέρ Πίστεως και Πατρίδος». Ποιός θάχε την αποκοτιά να αμφισβητήσει, πως μέσα στην ιερομαρτυρική ανδραγαθία του Διάκου και μάλιστα του τραγικού Μεγάλου Δούκα Λουκά Νοταρά (3.6.1453) σώζονταν «σπερνά» από την ιερή εμμονή των Επτά Μακκαβαίων Παίδων, που είχαν γνωρίσει διαβάζοντας το Μηναίον της πρωτομηνιάς του Αυγούστου.
Ακόμα και «παραδείγματα προς αποφυγήν» κατάδειχνε (και καταδείχνει) η Εκκλησία μας, με ειδεχθέστερο εκείνο του «υιού της απωλείας». Η προδοσία είναι δολερό φίδι, που κρύβει τη θανατερή παρουσία του στην ανύποπτη φάλαγγα των κάθε λογής αγώνων. Θρησκευτικών, εθνικών, κοινωνικών, κ.λ.π. Αυτή την τρομερή πείρα και την πιο βαριά και αμετάκλητη καταδίκη της αποκαλύπτει η Εκκλησία, εξιστορώντας και μάλιστα με τον ρεαλιστικότερο τρόπο την εωσφορική δραστηριότητα του τρισκατάρατου Ιούδα. Και μόνο το γεγονός ότι, στον γραπτό ή προφορικό λόγο, η λέξη «Ιούδας» χρησιμοποιείται αντί της λέξης «προδότης», είναι αρκετό για να διακριβωθεί πόσο καίριο υπήρξε (και είναι) το «μάθημα» της Εκκλησίας, πόσο εντυπωμένη είναι στη λαϊκή συνείδηση η αρά και η επικινδυνότητα του Ιούδα-προδότη, του κάθε προδότη, της προδοσίας. Πολύτιμο μάθημα για τα κατασκότεινα χρόνια της μακραίωνης δουλείας.
Εκτός από αυτού του είδους την αθέλητη, την έμμεση, συναγόμενη (αλλά και εδραιούμενη στο υποσυνείδητο! ) καθοδήγηση, ασίγαστη προσφέρθηκε απ΄ τον άμβωνα και με τον ψίθυρο του Εξομολογητηρίου η απερίφραστη, θερμή, πατριωτική ενθάρρυνση και νουθεσία. Κι όταν «επέστη ο καιρός» διαλαλήθηκε μεγαλόφωνη η εθνεγερτική παρότρυνση. Κι είν΄ εύκολο στον καθένα μας να στοχαστεί (για τις περιπτώσεις που μας λείπει η μαρτυρία) τι πύρινο λόγο θα υπαγόρευε στις φλεγόμενες καρδιές, όπως εκείνη του Διονύσιου Σκυλόσοφου, του καλόγηρου Δημήτριου (συναγωνιστή του Βλαχάβα), του Σαμουήλ Θεμελή, του Παλαιών Πατρών Γερμανού, Του Παπαφλέσσα, του Ησαΐα Σαλώνων και … και … η εκρηκτική λαχτάρα του ξεσκλαβωμού.
Από εκείνα τα προεπαναστατικά, όλο στοργή για το σκλαβωμένο Γένος και λαχτάρα Ελευθερίας κηρύγματα το δείγμα που ακολουθεί (απόσπασμα). Εκφωνήθηκε από τον άμβωνα το παγκαλόμορφου Ι. Ν. του Αγίου Γεωργίου, ιδρύματος της περίπυστης και πολυσέβαστης ελληνικής Παροικίας στη Βενετιά. Ιεροκήρυκας, ο μόλις δεκαενιάχρονος επτανήσιος, αναγνωρισμένος σοφός Ηλίας Μηνιάτης. Πρώϊμος, όχι μόνο στην κατάκτηση της γνώσης και της φήμης αλλά σε όλα τα «καλά και αγαθά», μέχρι και δημοτικιστής. Πρώϊμος, μάλλον προφητικός και στην αναγνώριση, τη διάκριση διπλής χάρης στη Γιορτή του Ευαγγελισμού. ΄Ηταν 25 Μαρτίου του 1688, χρόνια 133 πριν το τρισένδοξο «21» μας, που εκφώνησε το κήρυγμα, στο μεγαλύτερο μέρος του κήρυγμα-προσευχή για την Ανάσταση του Γένους, παρά θεολογικό. Συνεπαρμένοι οι βαθειά πονεμένοι ΄Ελληνες του Εκκλησιάσματος «ισοκρατούσαν» με τα αναφυλητά τους:
Έως πότε, πανακήρατε Κόρη, το τρισάθλιον γένος των Ελλήνων έχει να ευρίσκεται εις τα δεσμά μιας ανυποφορήτου δουλείας; Έως πότε να του πατή τον ευγενικόν λαιμόν ο βάρβαρος Θραξ; ΄Εως πότε έχουσιν να βασιλεύωνται από ημισόν φεγγάρι αι χώραις εκείναις, εις τας οποίας ανέτειλε εις ανθρωπίνην μορφήν από την ηγιασμένην σου γαστέρα ο μυστικός της δικαιοσύνης ΄Ηλιος; Αχ Παρθένε, ενθυμήσου πως εις την Ελλάδα πρότερον παρά εις άλλον τόπον έλαμψεν το φως της αληθινής πίστεως. Το Ελληνικόν γένος εστάθη το πρώτον, οπού άνοιξεν τας αγκάλας και εδέχθη το θείον Ευαγγέλιον του μονογενούς σου Υιού. Το πρώτον, οπού σε εγνὠρισεν δια αληθινήν Μητέρα του Θεανθρώπου Λόγου. Το πρώτον, οπού αντιστάθη των τυράννων, οπού με μύρια βάσανα εγύρευσαν να εξεριζώσωσιν από τας καρδίας των πιστών το σεβάσμιόν σου όνομα. Ετούτον έδωσεν εις τον κόσμον τους Διδασκάλους, οπού με το φως της διδασκαλίας των εφώτισαν τας ημαυρωμένας διανοίας των ανθρώπων. Ετούτον τους Ποιμένας, οπού με την ποιμαντικήν ράβδον εξώρισαν τους αιμοβόρους λύκους από το εκκλησιαστικόν ποίμνιον. Ετούτο τους γεωργούς, οπού με το άροτρον του Σταυρού και με τον ίδρωτα του προσώπου εγεώργησαν τας καρδίας και σπέρνοντες τον ευαγγελικόν σπόρον εθέρισαν τας ψυχάς δια την ουράνιον αποθήκην. Ετούτο τους Μάρτυρας, οπού με το ίδιον αίμα τους έβαψαν την πορφύραν της Εκκλησίας. Λοιπόν εύσπλαγχνε Μαριάμ, παρακαλούμεν σε δια το «χαίρε» εκείνο, οπού μας προξένησα την χαράν Διά τον αγγελικόν εκείνον Ευαγγελισμόν οπού εστάθη της σωτηρίας μας το προοίμιον. Χάρισέ του την προτέραν τιμήν. Ασήκωσέν το από την κοπρίαν της δουλείας εις τον θρόνον του βασιλικού αξιώματος, από τα δεσμά εις το σκήπτρον, από την αιχμαλωσίαν εις το βασίλειον. Και αν ετούτες μας η φωναίς δεν σε παρακαλούσι εις σπλάχνος, ας σε παρακινήσωσιν ετούτα τα πικρά δάκρυα, οπού μας πέφτουσιν από τα μάτια. Αλλ΄ ανίσως και ετούτα δεν φθάνουσιν, ας σε παρακινήσωσιν αι φωναί και η παρακάλεσες των Αγίων σου, οπού ακαταπαύστως φωνάζουσιν από όλα τα μέρη της τρισαθλίου Ελλάδος. Φωνάζει ο Ανδρέας από την Κρήτην. Φωνάζει ο Σπυρίδων από την Κύπρον. Φωνάζει ο Ιγνάτιος από την Αντιόχειαν. Φωνάζει ο Διονύσιος από τας Αθήνας. Φωνάζει ο Πολύκαρπος από την Σμύρνην. Φωνάζει η Αικατερίνη από την Αλεξάνδρειαν. Φωνάζει ο Χρυσόστομος από την Βασιλεύουσαν Πόλιν και δείχνοντάς σου την σκληροτάτην τυραννίδα των αθέων Αγαρηνών, ελπίζουσιν από την άκραν σου ευσπλαχνίαν του Ελληνικού Γένους την απολύτρωσιν.
Ανεκτίμητες ήταν και οι υπηρεσίες, που πρόσφερε στον εξουθενωμένο απ΄ τη βαρειά σκλαβιά Λαό μας η Ορθοδοξία μας, στην εκδοχή της ως διοικητικού μηχανισμού, στον οποίον ο Κατακτητής (Μωάμεθ Β΄ κ.λ.π.) είχε δώσει μια μισερή ασυλία. Καθώς το Ιερατείο ήταν «σαρξ εκ της σαρκός» αυτού του Λαού, στην κυριαρχούσα συμπεριφορά του συμμερίζονταν τη μοίρα του Ποιμνίου του, τα δεινά, τις απεγνωσμένες αποκοτιές του, τα παράτολμα ονειροπολήματά του, την ακατάσχετη αιμορραγία του κι αξιοποιούσε την όποια διοικητική δυνατότητά του, για χάρη του «Χριστεπώνυμου Πληρώματος». Με τη διπλωματική, μάλιστα, εμπειρία της βυζαντινής παράδοσης. Αλλά και με βαρύ φόρο αίματος. Γι΄ αυτό και απαρτίζουν «νέφος νεομαρτύρων» οι «σφαγιασθέντες ώσπερ άρνες» στη διάρκεια της σκλαβιάς ιερωμένοι και των τριών βαθμών.
Αυτά γνωρίζανε, αυτά ζούσανε οι πολιτικότατοι και ελληνικότατοι Φιλικοί, όταν προσδιορίσανε την 25η Μαρτίου, τη γιορτή του Ευαγγελισμού, ως ημέρα έκρηξης της Επανάστασης. Η επιλογή δεν ήταν μόνο μια αφιέρωση, μια προσευχή, μια επίκληση της Θείας Συνάρσεως, ήταν και μια ανταπόκριση στην από μακρού διαμορφωμένη προσδοκία ότι, κάποια χρονιά, θα ξανακατέβει ο μέγας Γαβριήλ, για να ευαγγελισθεί. Τη φορά αυτή τη λύτρωση του πιστού γένους των Ελλήνων. «Ευαγγελισμός-Ελληνισμός», όπως τραγούδησε λίγες δεκαετίες αργότερα, ο δικός μας Α. Βαλαωρίτης. Που ήξερε πολύ καλά τι έλεγε-τι έγραφε.
Η πρόσφατη μεγαλειώδης (όσο και πολλαπλώς τραγική..) εμπειρία της τριπλής Κατοχής (1941-1944) έδωσε στην Ιστορική Επιστήμη νέα επαλήθευση της παραδοχής του κορυφαίου ρόλου της Εκκλησίας στην επιβίωση του Γένους. Τότε (στα Κατοχικά Χρόνια) ξεπήδησε αυθόρμητη, συνειρμική στη λαϊκή μνήμη η αναφορά στο τρισένδοξο «21». Αμέτρητες φορές ειπώθηκε και γράφτηκε με περηφάνεια ο χαρακτηρισμός της ηρωικής Αντίστασης του Λαού μας ως «Νέο 21». Ο σύγχρονος, αγωνιζόμενος Ελληνισμός έβλεπε την τιμημένη διαγωγή του, την αυτονόητη, κληρονομημένη από την Εθνεγερσία συνέπεια. Ο Ελληνισμός, δηλαδή και ο Κλήρος μας. Κι εκείνος, όπως στο «21». Εκατοντάδες οι κληρικοί, που πολέμησαν τον Κατακτητή (πολλοί απ΄ αυτούς με το αντάρτικο ψευδώνυμο Παπαφλέσσας) ή έπεσαν, δολοφονημένοι από τα άνανδρα Εκτελεστικά του Εχθρού, πλάι σε τέκνα του Ποιμνίου τους.
Ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Σεραφείμ [*Σετάκης] ακολούθησε το Ζέρβα από τον πρώτο καιρό της εξόρμησής του. Ο Φοίβος Γρηγοριάδης κατονομάζει έξι μητροπολίτες, άμεσους συνεργάτες του Ε.Α.Μ.(«Αντάρτικο» τ.3, σελ. 244, κεφ. «΄Εξη Μητροπολίτες»). Από τις πρώτες πράξεις αντίστασης, η άρνηση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρύσανθου να ορκίσει την πρώτη Κατοχική Κυβέρνηση Τσολάκογλου. Ο Αττικής και Μεγαρίδος Ιάκωβος (μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών) ματαίωσε την εκτέλεση ομήρων. Οι ΕΛΑσίτες είχαν ενεδρεύσει Γερμανούς στη Μάνδρα Αττικής. Για αντίποινα, ο φρούραρχος της Ελευσίνας περίκλεισε στην κεντρική πλατεία της πόλης τον ανδρικό πληθυσμό (σε πολύωρη, υποχρεωτική γονυκλισία) και απείλησε την εκτέλεση 90 (;), αν δεν του παραδοθούν οι ένοχοι της ενέδρας. Ο Ιάκωβος συγκέντρωσε τον αριθμό με τον εαυτό του και ιερείς, ως εξιλαστήρια θύματα και παρουσιάστηκε στο φρούραρχο που δίστασε να πραγματοποιήσει την απειλή. Ο Μητροπολίτης Ζακύνθου έσωσε τους Εβραίους του νησιού από το τραγικό Ολοκαύτωμα. Την επομένη της γερμανικής διαταγής να απογραφούν οι Εβραίοι συμπολίτες του, ο Μητροπολίτης πήρε πρωί-πρωί συνοδό του το Δήμαρχο, πήγε στην Κομαντατούρα και παρέδωσε στον φρούραρχο κατάλογο δύο ονομάτων. Πρώτο το δικό του και δεύτερο του Δημάρχου. Ο Μητροπολίτης Λευκάδος και Ιθάκης Δωρόθεος αποποιήθηκε την ασυλία του, όταν έγινε το πρώτο γερμανικό μπλόκο στην κεντρική πλατεία. Κατέβηκε από την μητροπολιτική κατοικία του και πήρε θέση ανάμεσα στους πρώτους συγκεντρωμένους. Στην πρώτη γραμμή του Αγώνα και οι λευκαδίτες εφημέριοι, με κορυφαίους τους Στάθη Κτενά (εθνοσύμβουλο), Φίλιππο Ρομποτή, Θεοδόση Γιωργάκη, ενώ και άλλες δυο ιερατικές Οικογένειες θρηνήσανε παιδιά τους, ηρωικά θύματα της Εθνικής Αντίστασης. [* παρέμβαση εφημερίου]
Ο βαθύς και αλάθητος γνώστης της λαϊκής ψυχής, το Πρωτοπαλίκαρο της Εαμικής Αντίστασης, ο ΄Αρης Βελουχιώτης σηματοδοτούσε με έμφαση αυτήν την ιστορική αλήθεια, σε κάθε ευκαιρία. Τον Αύγουστο του «42» στη Στρώμη της Γκιώνας παρέλαβε από τον εφημέριο του χωριού, τον παπά-Αριστείδη, τη Γαλανόλευκη, ευλογημένη σε σύντομη θρησκευτική τελετή από τον ίδιο ιερέα. Στα δεξιά του είχε πάντα να καλπάζει ο μακαριστός ηγούμενος της Ι.Μ. Αγάθωνος Γερμανός Δημάκος, ο (τιμημένος αργότερα από την Ιερά Σύνοδο) παπά Ανυπόμονος, στην κεφαλή του ακαταμάχητου Ουλαμού των επίλεκτων Μαυροσκούφηδων, εξαίρετο σύμβολο της συμπολεμίστριας με το λοιπό Έθνος Εκκλησίας μας, καθώς τη στρατιωτική στολή και την αραβίδα του ευλογούσε ο επιστήθιος σταυρός και επέστεφε πάντα το καλυμμαύχι του. («Αρχιμανδρίτης Γερμανός Δημάκος» έκδ. Αρκαδικής Ακαδημίας, σελ. 94 επ. κ.λ.π. )
Με τα μάτια στραμμένα στον Ουρανό πέρασε και η Θεσσαλονίκη μας τη μακραίωνη (1423-1912) σκλαβιά της. Κι εκεί ψηλά η βαρυοπικραμένη αλλά ποτέ απελπισμένη ματιά της, μέσα στο αγλαό Πανάγιον αναζητούσε, «έβλεπε» και τον «δικό της» Άγιο, το «Γυιό της» Άη-Δημήτρη, πρωτοκορυφαίο στο πολυπρόσωπο Μαρτυρολόγιό της. Και κάθε που τα παιδιά της προσκυνούσαν την ιερή Του λάρνακα, Τον παρακαλούσαν θερμά για την πολυπόθητη λευτεριά τους και έφευγαν ανακουφισμένα, γιατί το νοιώθανε πως η προσευχή τους είχε εισακουσθεί και κάποια χρονιά, τη μέρα της γιορτής Του, θα τους πέμψει το Μέγα Δώρο. Μόνη αγωνία, μόνη αδημονία τους ο αριθμός του Ενιαυτού, που θάφερνε το πλήρωμα του χρόνου.
Επί πέντε, περίπου, αιώνες, ο μυροβλήτης Άγιος «ο μέγας φρουρός Θεσσαλονίκης, ο ρύστης εν τοις κινδύνοις ο εξαίρετος», ο «εν πολλοίς και πολλάκις κινδύνοις χαλεποίς των θεσσαλονικέων προϊστάμενος» περιφρουρούσε την ιδιαίτερη Πατρίδα του, όπως Του το ζητούσε ψαλμικά, κάτω απ’ τους θόλους του μεγαλόπρεπου Ναού Του. «Φρούρησον πανεύφημε την Σε μεγαλύνουσαν Πόλιν από των εναντίων προσβολών, παρρησίαν ως έχων προς Χριστόν, τον Σε δοξάσαντα.
Κι Εκείνη Του ανέπεμπε λατρευτικούς διθύραμβους ευγνωμοσύνης. «Μέγαν εύρατο εν τοις κινδύνοις Σε υπέρμαχον η Οικουμένη αθλοφόρε, τα ΄Εθνη τροπούμενον»… «Η μνήμη Σου, ένδοξε μάρτυς Δημήτριε…πάντας συνήγαγεν, άσμασιν επαξίως ευφημείν Σε, Θεόφρων, ως όντως στρατιώτην και εχθρών καθαιρέτην…». «Ευφραίνου εν Κυρίω πόλις Θεσσαλονίκη, αγάλλου και χόρευε πίστει λαμπροφορούσα, Δημήτριον τον πανένδοξον αθλητήν και μάρτυρα της Αληθείας εν κόλποις κατέχουσα ως Θησαυρόν. Απόλαβε των θαυμἀτων τας ιάσεις καθορώσα και βλέπε καταρράσοντα των βαρβάρων τα θράση».
Κάποτε, τέλος, «επέστη ο καιρός» κι η προσευχή, η ελπίδα δικαιώθηκαν με τον πιο ψηλαφητό, πρόδηλο, «οφθαλμοφανή» τρόπο. Ο ΄Αγιος απέδωσε στο Λαό Του «τη χιλιάκριβη τη Λευτεριά». Κι ήταν η εσπέρα της γιορτής Του, η 26η Οκτωβρίου 1912, που ο απελευθερωτικός ελληνικός Στρατός μπήκε θριαμβευτής στη Συμπρωτεύουσα. Από τις 366 μέρες του (δίσεκτου) έτους 1912, η Λευτεριά τής δωρήθηκε αυτήν, ακριβώς, την κυριώνυμη ημέρα, επέτειο εορτή της μνήμης του Αγίου.
Οι ανιστόρητοι θα υποψιαστούν θρησκόληπτη ή «σκοταδιστική» επιλογή των διοικούντων το Στράτευμα, για να διαφημίσουν το «θαύμα». Αντίθετα, όσοι έχουν πληροφόρηση για εκείνον τον Πόλεμο (τον 1ο Βαλκανικό) θα απαντήσουν πως, κάθε άλλο παρά για «επιλεγμένη ημέρα» επρόκειτο.
Μετά το θριαμβευτικό ξεκίνημα της εκστρατείας με τις αλληλοδιάδοχες νίκες (Σέρβια, Κοζάνη, Γιαννιτσά και κυρίως Σαραντάπορο, που οι μεγαλόσχημοι Γερμανοί οργανωτές της άμυνάς του διαφήμιζαν ως τον «τάφο του ελληνικού Στρατού»), εκδηλώθηκε διαφωνία στην Ηγεσία του ΄Εθνους, ως προς τον επόμενο στόχο. Ο διάδοχος Κωνσταντίνος, που ήταν και αρχιστράτηγος, επέμενε να κινηθεί προς το Μοναστήριον, για να εξασφαλίσει εύρος στα βόρεια σύνορά μας, διπλωματικό προς τις Κεντρικές Δυνάμεις (Γερμανία κ.λ.π.) προσανατολισμό και κυρίως για να καταφέρει αποφασιστικό πλήγμα στον τουρκικό στρατό, που υπέθετε λαθεμένα ότι στο Μοναστήρι συγκέντρωνε τον κύριο όγκο του. Ακολουθούσε το γερμανικό στρατιωτικό δόγμα, «διαλύοντας τον εχθρικό στρατό, έχεις όσα εδάφη επιθυμείς».
Αντίθετα, ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος επέμενε να απελευθερωθεί το γρηγορότερο η Θεσσαλονίκη, για να προλάβουμε τους (τότε συμμάχους μας) Σέρβους και Βουλγάρους, που ναι μεν δεν διέθεταν τους δικούς μας ιστορικούς τίτλους, την εποφθαλμιούσαν όμως με την ίδια ζέση, για να αποκτήσουν την περιπόθητη «έξοδο στο Αιγαίο». Και η διαφωνία των δύο Ηγετών (και του περιβάλλοντός τους, βέβαια) είχε τόση ένταση, ώστε η Κυβέρνηση ζήτησε την παρἐμβαση του βασιλιά Πατέρα (Γεωργίου Α΄) και έστειλε επανειλημμένα τηλεγραφήματα (το τελευταίο είχε διατυπωθεί ως διαταγή!), για να συμμορφωθεί ο αρχιστράτηγος Διάδοχος. ΄Ετσι προλάβαμε τους Βουλγάρους. Από λίγες μόνο ώρες.
Υπήρξε μάλιστα κι άλλος «αστάθμητος παράγοντας», που έκανε αδιανόητη την «κατά βούλησιν επιλογή» της ημέρας απελευθερώσεως της Θεσσαλονίκης. Μέσα στην πόλη είχε συγκεντρωθεί ισχυρή αμυντική τουρκική δύναμη, για την εξουδετέρωση της οποίας θα ήταν απαραίτητη πολυαίμακτη στρατιωτική επιχείρηση (σφοδρός βομβαρδισμός κ.λ.π.), κάτι που προβλημάτιζε τους πολιορκητές (μεγάλο μέρος του άμαχου πληθυσμού ήταν Έλληνες) αλλά και τους πολιορκούμενους (μεγάλο μέρος του πληθυσμού αποτελούσαν και οι Τούρκοι).
Ευτυχώς ο Τούρκος Διοικητής (Χασάν Ταξίν πασάς) αναγνώρισε το απάνθρωπο μιας τέτοιας, άσκοπης αναλγησίας και κάνοντας χρήση των «καλών υπηρεσιών» των ευρωπαίων προξένων, υπέβαλε στον αρχιστράτηγο Διάδοχο προτάσεις «ὑπό όρους παραδόσεως». Ο Κωνσταντίνος απέρριψε την πρόταση και αξίωσε «άνευ όρων παράδοση». Στην απόρριψη οι Τούρκοι απαντήσανε με παρελκυστική τακτική. Τελικά το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή κι αμέσως (είχε πλέον νυχτώσει) ο απελευθερωτής Στρατός μπήκε αθόρυβα στην αγωνιώσα πόλη.
Ώστε η «26η Οκτωβρίου» προσδιορίστηκε από τη «χαοτική» σύντηξη αντικειμενικών όρων και δεν την επέλεξε θρησκευόμενος ή προπαγανδιστής. Και για μεν τον πιστό, το θαύμα είναι φανερό κι αναμφισβήτητο. Όσο για την περίπτωση της απιστίας, οι συνειδήσεις του χώρου μοιράζονται σε δύο κατηγορίες: Από τη μια εκείνοι που αβασάνιστα τοποθετούνται στη βολικότερη για τη νοοτροπία τους θέση απέναντι στα οποιαδήποτε μεγάλα ερωτηματικά. Γι΄ αυτούς το θαύμα αποτελεί «αφελή παραδοχή» ή και απατηλή επινόηση». Από την άλλη οι στοχαστικοί «Θωμάδες», που προσεγγίζουν με καλοπιστία τα κάθε λογής προβλήματα, αγωνίζονται για την επίλυσή τους και δεν την πετυχαίνουν, γιατί ακολουθούν λαθεμένη μεθοδολογία, προσπαθούν δηλαδή «να αποδείξουν» το υπερβατικό με «το χάρακα και το διαβήτη» της καθημερινής πείρας, δεν έχουν το εφόδιο της υπερβατικής εμπειρίας. Αυτοί λοιπόν δεν θα διστάσουν να παραδεχθούν πως τους εντυπωσιάζει η «παράδοξη σύμπτωση». Θα ομολογήσουν τη «σταστιστική ανωμαλία» του ιστορικού γεγονότος: Το δίσεκτο έτος 1912 είχε 366 μέρες. Η μία απ΄ αυτές ήταν η Γιορτή του Άη-Δημήτρη. Πόσες πιθανότητες υπήρχαν να συμπέσει μ΄αυτήν η απελευθέρωση; Μόνο μία στις τριακόσιες εξήντα έξι. Κι όμως το ένα νίκησε το τριακόσια εξήντα έξι. Είναι εντυπωσιακό, θα παραδεχθούν.
Σπουδαίος λευκαδίτης κληρικός του ΙΖ΄ αιώνα ήταν ο Θεοφάνης Δανιάς, που λειτούργησε ως ηγούμενος της Ι. Μ. Υπεραγίας Θεοτόκου Ευαγγελιστρίας-Κόκκινης Εκκλησιάς κι αργότερα ανακηρύχθηκε αρχιεπίσκοπος Λευκάδος. Αυτός ο μακαριστός κληρικός υπήρξε ο ιδρυτής του Ι. Ν. Αγίου Δημητρίου. Ο αρχειοδίφης-ιστορικός Κ. Γ. Μαχαιράς εντόπισε στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας τρία έγγραφα, στα οποία συνοψίζεται με πληρότητα το ιστορικό του Ναού.
Στο πρώτο(17.5.1688) υπογραφόμενο (όπως και το επόμενο) από τον ενετό Ανώτερο Προνοητή Λευκάδος Πέτρο Μπέμπο, υπάρχει φράση που προσδιορίζει την πολιτική της πατρίδας του στο εξαιρετικά ευαίσθητο θέμα των σχέσεών της με την τοπική Εκκλησία. Γράφει ο Μπέμπο: «… σκοπούντες να ενισχύσομεν την θείαν λατρείαν δια της ανεγέρσεως, όσον δυνατόν περισσοτέρων Ναών κ. λ. π.». Και οι λευκαδίτες , που είχαν στερηθεί και βαθειά νοσταλγήσει το ιερό καταφύγιο του ορθοδόξου Ναού, γιατί ο Οθωμανός κατακτητής απαγόρευε την οικοδόμηση εκκλησιών και μάλιστα στην πρωτεύουσα του νησιού, «αδράξανε την ευκαιρία» με ιερό ζήλο και πλουτίσανε την πόλη μας (ευλογημένος πλουτισμός!) με το πλήθος των ναών, που και σήμερα στεγάζουν την προσευχή, τη λατρεία μας.
Τα τρία έγγραφα (Διατάγματα του Αν. Προνοητή) εγκρίνουν τις αλληλοδιάδοχες αιτήσεις του Ηγουμένου και του παραχωρούν συνεχόμενα κομμάτια γης, ιδιοκτησίας του Αλή Τσελεμπή ή Χασάν Μπέη επί τουρκοκρατίας. Στο πρώτο ο ηγούμενος έχτισε τον ναΐσκο που καθιέρωσε στον Άγιο Δημήτριο και κελάκι για να στεγάζει τους καλόγηρους της Μονής, όταν κατέβαιναν στην πόλη. Με τη δεύτερη παραχώρηση (14.7.1688) μεγάλωσε το οικόπεδο. Με την Τρίτη (25.1.1695), που ενέκρινε ο τότε Ανώτερος Προνοητής Αλοϊσιο Φοσκαρίνι, η οικοπεδική έκταση διευρύνθηκε ακόμα περισσότερο, ώστε εξήρκεσε για την οικοδόμηση κατοικίας του εφημέριου του Ι. Ναού και τη διαμόρφωση πλακόστρωτης αυλής.
Το 1704, που ο ηγούμενος Δανιάς ανακηρύχθηκε Αρχιεπίσκοπος Λευκάδος κατέστησε αμέσως το ναΐσκο με τα παραρτήματά του «συναδελφικό», τον είδε να κατερειπώνεται από τον φοβερό σεισμό της ίδιας χρονιάς, αλλά και φρόντισε για την άμεση ανοικοδόμησή του. Κι εκείνη η προσβολή από τη θεομηνία του σεισμού δεν ήταν η τελευταία. Ο Ναός «ξανάπεσε» το 1811 και το 1825, για να ανοικοδομηθεί, στη μορφή που τον χαίρεται μέχρι και σήμερα η ευλάβεια, αλλά και η καλλιτεχνική ευαισθησία μας, στην αρχική του θέση. (ΚΑΕΚ 0806001).
Οι ειδικοί καταγράφουν έτσι τα τεχνικά χαρακτηριστικά του: Ναός μικρός, μονόχωρος, ορθογώνιος, με διαστάσεις 19X8,50μ., μονόκλιτη βασιλική, με στέγη ξύλινη (δίρριχτη) σαμαρωτή, κεραμοσκεπή με βυζαντινά κεραμίδια. Πρόκειται δηλαδή για «βασιλική» κλασικού τύπου, γνήσια και άμεση εξέλιξη της αρχαιοελληνικής «βασιλικής ή βασιλείου στοάς».
Με την αριθμ. 15904/1962 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ, β.΄, 473/17.12.1962) χαρακτηρίσθηκε «ιστορικό, διατηρητέο μνημείο» και βρίσκεται σε άριστη κατάσταση, χάρη στην άγρυπνη επιμέλεια των εκάστοτε Εκκλησιαστικών Συμβουλίων. Ιδιαίτερα του τωρινού, που αμελλητί επιδόθηκε στο έργο πλήρους και επιστημονικά άψογης αποκαταστάσεως, μετά τον πρόσφατο (2003) σεισμό.
Το τέμπλο και ο δεσποτικός θρόνος του Ναού είναι έργα του πολυτάλαντου Ν. Προσαλέντη (1784-1837) φιλολόγου, ζωγράφου, γλύπτη, ξυλογλύπτη, καθηγητή στην Ιόνιο Ακαδημία. Το διακοσμητικό θέμα και ύφος επιτρέπει αναφορά στο περίτεχνο τέμπλο του («εμπερίστατου» δυστυχώς…) Ι. Ν. του Αγ. Σπυρίδωνα, που δεσπόζει στην κεντρική πλατεία της πόλης: Μεγάλα φύλλα, η σώρευση και η ένταση γραμμής και όγκου των οποίων παραπέμπουν στην τεχνοτροπία μπαρόκ. ΄Ισως ο ίδιος καλλιτέχνης φιλοτέχνησε τον ξύλινο επιτάφιο και τα μανουάλια του Ναού. [ ** Σημ. Εφημερίου: σήμερα δεν υπάρχουν ( παρά μόνο μερικά τζαμιλίκια που έχουν διασωθεί …στο ταβάνι ].
Τα περίφημα Δεσποτικά του τέμπλου ζωγράφισε κάποιος από τους Δοξαρά. Πιθανότερο ο Παναγιώτης (πατέρας), άλλως ο Νικόλαος (γιός και μαθητής του), με την τεχνική αυγόχρωμα σε γυψωμένο σανίδι. Ανήκουν στην Επτανησιακή Σχολή (της ζωγραφικής), δηλαδή είναι ευδιάκριτη η επίδραση της ιταλικής (νατουραλιστικής) τέχνης. Όμως την εικόνα του Αγίου Δημητρίου την βλέπουμε σε αντίγραφο. Το πρωτότυπο εκτίθεται στο Μουσείο Μεταβυζαντινής Τέχνης-Συλλογή της Δημόσιας Βιβλιοθήκης Λευκάδας. Το αντίγραφο είχε εκτελέσει ο ζωγράφος Δημήτριος Καμπίσος-Μπέλος (πρώτη διαπιστωμένη παρουσία του, 1815-) και τα εμπρός από τα Δεσποτικά εικονίδια, αυτά που ασπαζόμαστε.
Στην Ωραία Πύλη εικονίζεται ο Κύριος Ημών, κατά τη στιγμή του Αγίου Πάθους, κατά την οποία ο Πιλάτος Τον επιδεικνύει στον ανοικτίρμονα και υποκινούμενο όχλο με τη φράση «΄Ιδε ο άνθρωπος!». Τα άλλα δύο βημόθυρα κλείνουν με την εικόνα των Αρχαγγέλων. Και τις τρεις παραστάσεις έχει φιλοτεχνήσει (1856-1858) ο ζωγράφος Γ. Πατσαράς, που εκτός της χρονολογίας, κατονόμασε και τους εντολείς του, με τη χαρακτηριστική, τυποποιημένη φρασεολογία της εποχής: «Ιστορίσθη δια δαπάνης του κ. Δημ. Μελά ποτέ Ιωάννου». Οι δύο Αρχάγγελοι «φιλοτίμω δαπάνη του κ. Δημ. Λεύκα ποτέ Βησσαρίωνος». Πάνω από τα δεσποτικά, σε δύο σειρές, εικονίζεται το Δωδεκάορτο και το Δωδεκαπόστολο άγνωστου ζωγράφου. Από τα «ωραιότερα όμοια έργα στη Λευκάδα», όπως εκτιμά ο Π. Γ. Ροντογιάννης.
Εκτός από το τέμπλο και ο άλλος εικονογραφικός πλούτος του Ναού αποτελείται από πολύ ωραίες αγιογραφίες. Αξίζει να επισημανθούν οι ακόλουθες: Η εικονογράφηση των θωρακίων (καζάνες), έργο κι αυτές του Δημ. Καμπίσου-Μπέλου (Το κήρυγμα του προδρόμου-Η προσκύνηση των Μάγων-Θέμα από τον Ακάθιστο). Στο νότιο τοίχο «Η Κυρία (Θεοτόκος) η Σκοπιώτισσα. Στον απέναντι (βόρειο) τοίχο «Παναγία η Γλυκοφιλούσα», εικόνα της Αναλήψεως και μεγάλος σταυρός. Στο προσκυνητάρι πολύ ωραία εικόνα του Γ. Χρυσολουρά. Σε άλλο επίσης ξυλόγλυπτο προσκυνητάρι, ακουμπισμένο στον τοίχο, εμπρός στη δεσποτική του Προδρόμου, εικόνα του Αγίου Ανδρέα. Ο ΄Αγιος ολόσωμος κατέχει το κέντρο της εικόνας και φέρει το σταυρό του μαρτυρίου Του. Σε μικρογραφία, τέσσερα θαύματά του και ο Παντοκράτορας, που τον ευλογεί. Χαμηλά στο προσκυνητάρι η Ουρανία Γαζή-Αρβανίτη έχει αγιογραφήσει (1936) μικρογραφική σύνθεση των Τεσσάρων Ευαγγελιστών με τα Σύμβολά τους.
Και «φιλολογικά» της εικονογραφίας: «Σκοπιώτισσα» είναι επίθετο που δίνουν οι Ζακυνθινοί στην εικόνα της Θεοτόκου, «Προσκύνημα» σε ναό που βρίσκεται στο βουνό Σκοπός κι έχει τόση λατρευτική απήχηση, ώστε το επίθετο «Σκοπιώτης» δίνεται ως όνομα σε άρρενες. (π.χ. Σκοπιώτης Σπυρίδωνος Λομβέρδος ή Ρώμας κ.λ.π.), παρότι δύσχρηστο, αφού εύκολα εκλαμβάνεται ως επώνυμο. Η επισήμανση δικαιολογεί πιθανολόγηση ότι πρόκειται για έργο ζακυνθινού ζωγράφου. Η εικόνα της «Γλυκοφιλούσας» έχει τις εξής δύο επιγραφές: Εμπρός, «Εορτή της Θεοτόκου να γίνεται των Εισοδίων και του Ακαθίστου. Στο νώτο: «Ι(ησού)ς Χρ(ιστός) Νικά 1779 Απριλίου 18 Εστάθη η παρούσα εικόνα δια χειρός του Πανοσιοτάτου και πνευματικός πατρός Κοσμάς εκ της (σ)Κίτεος της Αγίας Άννης εις χείρας της ευγενεστάτης κυρίας Λαμπρινής και όποιος την πάρη χωρίς την θέλησίν της να έχη την κατάραν αυτής της Θεοτόκου». Το ανωτέρω εικόνισμα –έργο του Χρυσολουρά είναι δωρεά του Νικόλαου Καλκάνη-Τζαμαρία. Την εικόνα του Αγ. Ανδρέα ο ζωγράφος προσγράφει στον Άγιο Ελευθέριο, lapsus calami, όπως προκύπτει από τα μορφικά χαρακτηριστικά του εικονιζόμενου (αφήλικας, γενειοφόρος κ.λ.π.) που η παράδοση αποδίδει στον Άγιο Χαράλαμπο, από το σταυρό του μαρτυρίου Του κ.λ.π. αλλά και από τα εικονιζόμενα θαύματα, που αντιστοιχούν σε εκείνα που διαβάζουμε στο συναξάρι και την υμνολογία Του. Ίσως το σφάλμα προκλήθηκε από το ότι και οι δύο Άγιοι (Χαράλαμπος και Ελευθέριος) ανήκουν στο Τάγμα των Ιερομαρτύρων. Στα συναξάρια και τα τροπάριά τους προσαγορεύονται και οι δύο ιερομάρτυρες.